«Ποιος είσαι κι από πού; που βρίσκονται ο τόπος κι οι γονείς σου;» [1]

«Κι αποκρίθηκε, τα μάτια λάμποντας, αμέσως η θεά Αθηνά:

Πρόθυμα κι ακριβώς, όσα ζητάς να μάθεις, θα σου πω:

Μέντης το όνομά μου, γιος του εμπειροπόλεμου Αγχιάλου,

Ο ίδιος τους θαλασσινούς Ταφίους κυβερνώ»[2].

Στο διάλογο Τηλεμάχου-Αθηνάς από την ομηρική Οδύσσεια εμφανίζεται η πρώτη γραπτή αναφορά σ’ αυτό που σήμερα ονομάζουμε Μεγανήσι. Νήσος Τάφος ήταν το πρώτο όνομα του νησιού που κατοικήθηκε από τη νεολιθική εποχή, όπως μαρτυράει ένα πέτρινο εργαλείο κοπής στο Μουσείο Δαίρπφελντ[3], ή ακόμα και τα απομεινάρια οικισμού στο νότιο άκρο του νησιού που μένει να αξιολογηθούν[4].

Το όνομα ίσως προέρχεται από τον πρώτο μυθικό βασιλιά του Τάφιο. Ο Τάφιος ήταν αδελφός του Τηλεβόα. Οι γονείς τους ήταν ο θεός Ποσειδώνας και η Ιπποθόη, κόρη του Λέλεγα ή κατά μια άλλη εκδοχή εγγονή του Περσέα[5]. Το πιθανότερο πάντως είναι ότι η Τάφος αποικίστηκε, όπως και όλα τα γύρω νησιά, από Ακαρνανικά φύλα μεταξύ των οποίων οι Λέλεγες και οι Τηλεβόες και το σχήμα του εν είδει «ταυ» ήταν αυτό που προσέδωσε το χαρακτηριστικό όνομα.

Γιος του Τάφιου ήταν ο Πτερέλαος, που έφερε χρυσή τρίχα στο κεφάλι, δώρο του παππού του Ποσειδώνα, η οποία τον καθιστούσε άτρωτο. Οι γιοι όμως του Πτερέλαου ενεπλάκησαν σε περιπέτειες όταν έκλεψαν τα βόδια του βασιλιά του Άργους Ηλεκτρύονος και μάλιστα σκότωσαν τους γιους του. Ο Ηλεκτρύονας ζήτησε τότε τη βοήθεια του άρχοντα της Θήβας Αμφιτρύωνα, δίνοντάς του για γυναίκα του την όμορφη κόρη του Αλκμήνη. Πράγματι ο Αμφιτρύωνας παντρεύτηκε την Αλκμήνη κι εκστράτευσε εναντίον των Τηλεβόων, μαζί με τον Κέφαλο (ιδρυτή της Κεφαλονιάς) και τον Κρέοντα. Οι Τηλεβοϊδες νήσοι (όλα δηλαδή τα νησιά της γύρω λεκάνης) υπέκυψαν, εκτός από τη νήσο Τάφο που άντεχε λόγω της χρυσής τρίχας του Πτερέλαου. Όμως η κόρη του Τάφιου βασιλιά, η Κομαιθώ, ερωτευμένη καθώς ήταν με τον Αμφιτρύωνα, έκοψε την ποσειδώνια τρίχα και το νησί κυριεύτηκε κι έγινε τμήμα του βασιλείου του Κέφαλου, προπάππου του Οδυσσέα[6]. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι είδε με τα μάτια του τον αναθηματικό τρίποδα στο ναό του Ισμηνίου Απόλλωνα να γράφει «Ο Αμφιτρύωνας με προσέφερε ως μέρος από τα λάφυρα της Τηλεβόας»[1]. Όταν βέβαια επέστρεψε στη Θήβα ο Αμφιτρύων η Αλκμήνη κυοφορούσε τον Ηρακλή, ελέω Δία, οπότε η Τάφος ευθύνεται για τη γέννηση του ημίθεου, έστω και εμμέσως…

Επιστρέφοντας στον Όμηρο συναντάμε και τις δραστηριότητες των Ταφίων της εποχής:

«Εδώ μ’ ένα καράβι και συντρόφους έφτασα, έτοιμος

ν’ ανοιχτώ στο μπλαβό πέλαγος, πηγαίνοντας σ’ αλλόγλωσσους

ανθρώπους, στην Τεμέσα: γυρεύω ν’ ανταλλάξω σίδηρο γυαλιστερό

που φέρνω, με χαλκό»[2]

Κι ύστερα:

«Ψωμί τους μοίραζε ο Μεσαύλιος [δούλος]

τον είχε μόνος του αποκτήσει ο χοιροβοσκός(…)

με χρήματα δικά του τον αγόρασε απ’ τους Ταφίους»[3],

ή από την εξομολόγηση μιας Φοίνισσας:

«Μ’ άρπαξαν και με πήραν ληστές απ’ την Τάφο»[4]

κι ακόμα:

«…που πήγε τους Θεσπρωτούς να βλάψει

με πειρατές απ’ την Τάφο»[5].

Διάσημοι λοιπόν ναυτικοί της εποχής που επιδίδονταν στο εμπόριο ίσαμε την Κύπρο και τη Φοινίκη και δε δίσταζαν να προβούν σε κουρσάρικες επιδρομές και σε εμπόριο σκλάβων. Κοσμογυρισμένοι οι Τάφιοι ίδρυσαν και αποικίες, τόσο στον Ελλαδικό χώρο όσο κι έξω απ’ αυτόν. Η Νίσυρος φέρεται να  αποικίστηκε και από τους Τάφιους καθώς: «Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν (…)Πελασγοί, Κάρες, Λέλεγες, Τάφιοι»[6], ενώ το ίδιο συμβαίνει με την Καπρία (σημερινό Κάπρι), όπως αναφέρει ο Βιργίλιος στην Αινειάδα.[7] Ο Δαίρπφελντ θεωρεί ότι η ομηρική Ιθάκη είναι η Λευκάδα, ο Κάλαμος η Τάφος, ενώ το Μεγανήσι τα Κροκύλια[8], μια άποψη που καταρρίπτεται ως προς το Μεγανήσι από την ισχυρή επιχειρηματολογία του καθηγητή Κώστα Πάλμου[9].

Από τους τεράστιους ογκόλιθους που ακόμα και σήμερα είναι ορατοί στο λιμάνι του Βαθιού καταδεικνύεται ο ναυτικός πολιτισμός του νησιού κατά τη μυκηναϊκή περίοδο. Σύμφωνα με τον Ι. Ραγκαβή από το 1854 «Ο μέγιστος και άριστος των λιμένων καλείται Βαθύ και κείται κατά το βόρειον ένθα φαίνονται και λείψανα της αρχαίας μητροπόλεως των Ταφίων»[1]. Το ίδιο επιβεβαιώνει και ο Ι.Ροντογιάννης, ιστορικός της Λευκάδας[2]. Έτσι λοιπόν οι Τάφιοι δε θα μπορούσαν να λείψουν από τον Τρωικό πόλεμο. Συμμετείχαν με σαράντα επανδρωμένα πλοία, τρομερός αριθμός , αν σκεφτεί κανείς ότι ο Αίαντας ή ο Οδυσσέας έστειλαν μόλις δώδεκα έκαστος![3] Ο Ευριπίδης υπογραμμίζει το γεγονός

στην  Ιφιγένεια η εν Αυλίδι:

«Τα πολεμόχαρα λευκά κουπιά

των Ταφίων ο βασιλιάς ο Μέγης

κυβερνούσε, του Φυλέα το παιδί,

που τα νησιά, τις Εχινάδες, άφησε,

εκεί που δεν κοτάν οι ναύτες να ζυγώσουν» [4]!

Τα στοιχεία που υπάρχουν για τους κατοπινούς αιώνες ουσιαστικά είναι ελάχιστα, αφού όπως φαίνεται η Τάφος παύει να είναι ανεξάρτητο βασίλειο κι έτσι η μοίρα της συμπλέει μ’ αυτή της Λευκάδας. Ιδιαίτερα μετά την έλευση των Κορινθίων τον 7ο αιώνα π.Χ., οπότε γίνεται αποικία και σύμμαχός της, η ναυτική και στρατιωτική της δύναμη ακολουθεί στις εχθροπραξίες τους Κορίνθιους. Πράγματι η Λευκάδα συμμετέχει στους Περσικούς Πολέμους στέλνοντας τρία πλοία στη Σαλαμίνα και στρατό στις Πλαταιές.[5] Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο μοιραία είναι με το μέρος των Κορινθίων και άρα των συμμάχων τους Σπαρτιατών, που είχαν ανάγκη εμπειροπόλεμων ναυτικών δυνάμεων.

Στην Ελληνιστική εποχή η Λευκάδα προσχωρεί στο «Κοινό των Ακαρνάνων» και γίνεται η πρωτεύουσά του (272-168 π.Χ.)[6]. Προφανώς σε αυτή τη συνομοσπονδία συμμετέχει κι η Τάφος. Μετά το 168 π.Χ. και την έλευση των Ρωμαίων η περιοχή φθίνει και παρακμάζει. Πάντως θεωρείται διαμετακομιστικός σταθμός, όπως φαίνεται από το πέρασμα του Απολλώνιου του Τυανέα κατά την επιστροφή του από τη Ρώμη[7]. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος ονομάζει το Μεγανήσι Ταφιούσα. Υποστηρίζει ότι σε αυτό βρίσκονται θαυματουργές λίθοι.

«Του τέταρτου είδους καλείται Ταφιώτικος. Βγαίνει κοντά στη Λευκάδα, στην Ταφιούσα (…)Βρίσκεται στις ποταμιές και είναι στρογγυλός και λευκός»[8].

Κατά τη Βυζαντινή εποχή όλη η περιοχή αποτελεί θέμα (ήτοι φέουδο) και υπάγεται διοικητικά στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Έκτοτε η Λευκάδα αλλάζει πολλούς αφέντες, αφού περνά από τα χέρια των Ορσίνι (κόμητες της Κεφαλονιάς), της δυναστείας των Ανδεγαυών της Νάπολης (που ήταν κι αυτοί που της έδωσαν το όνομα Σάντα Μάουρα, από τη Γαλλίδα προστάτιδα αγία τους), του Βάλτερου Βρυέννιου, του Γρατιανού Τζώρτζη και των Τόκκων. Την εποχή του Βενετσιάνου Τζώρτζη, το 1357, ξεσπά και η εξέγερση των χωρικών γνωστή και ως «επανάσταση της βουκέντρας», που πέντε αιώνες αργότερα θα εμπνεύσει στον  Αριστοτέλη Βαλαωρίτη το «Φωτεινό»[1]. Ο Φλωρεντινός ιερέας Κ. Μπουοντελμόντι αναφέρει στις ταξιδιωτικές του περιγραφές στα μέσα του 16ου αιώνα:

«Τελικά, στα ανατολικά [της Λευκάδας] εμφανίζονται μερικά ακαλλιέργητα νησιά που κάποτε κατοικούνταν από Αδελφούς [καλόγερους;], μα που σαν αποτέλεσμα πειρατικών επιθέσεων τώρα πια έχουν ερημωθεί»[2].

Σε μια περίοδο λοιπόν κατεξοχήν φεουδαρχική το Μεγανήσι κρατάει λιγοστούς κατοίκους, κι αυτούς όχι μόνιμα. Τα καλλιεργήσιμα εδάφη είναι περιορισμένα και συνήθως ανήκουν σε ιδιοκτήτες από το Κατωχώρι, τον Πόρο ή το Φτερνό. Ας μην ξεχνούμε ότι η έλλειψη πολιτικής σταθερότητας αφήνει το περιθώριο για κύματα πειρατικών επιδρομών, καθιστώντας το απροστάτευτο Μεγανήσι πρόσφορο στόχο πλιάτσικου. Το δημώδες άσμα:

«Τούρλος λαόν εγλίτωσε

και πάλιν θα γλιτώσει»

που επέζησε της φθοράς του χρόνου, καθώς και κάποια τοπωνύμια, μαρτυρούν ότι υπήρχαν έστω και υποτυπώδεις οχυρώσεις, ιδιαίτερα στην κορυφή του Τούρλου (παραφθορά του Τρούλου), όπου σώζεται ακόμα πέτρινο χαμηλό τείχος, προφανώς για αμυντικούς λόγους[3].

Σημαντικό ρόλο στη ζωή του νησιού γι’ αυτήν την περίοδο φαίνεται να παίζει το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη που, όπως όλες οι μονές της εποχής, δεν επιτελεί μόνο το ποιμενικό του έργο μα διατηρεί και αρχονταρίκι για τη φιλοξενία ταξιδιωτών και ασφαλώς συμμετέχει ενεργά στην κοινωνική και εμπορική δραστηριότητα (π.χ. πανηγύρια). Η εκκλησία καταστρέφεται περίπου το 1477/9 (προφανώς από την έλευση των Τούρκων και τον εξανδραποδισμό όλης της Λευκάδας), όπως μαρτυρά η επιγραφή στο δυτικό υπέρθυρο :

«1877. ΜΕΤΑ 400 ΕΤΕΙ ΑΝΑΚΕΝΗΣΘΕΙ»[1].

Η σημερινή του μορφή δεν επιτρέπει κανενός είδους ασφαλές συμπέρασμα για την πρώτη εκκλησία, όμως οι αρχαιολογικές εκτιμήσεις τοποθετούν την ίδρυσή της τουλάχιστον δύο αιώνες πριν την καταστροφή του 15ουο αιώνα την οικοδόμησή του, αν και οι παλαιότερες τοιχογραφίες που σώζονται –έστω και σε θλιβερή κατάσταση- είναι του 17ου αιώνα[3]. αιώνα[1]. Ο Άγιος Κωνσταντίνος αποτέλεσε μετόχι του Αγίου Ιωάννη[2] και το χτιστό του τέμπλο τοποθετεί στον 14

Μετά την επικράτηση των Ενετών το 1684 με τον αρχιστράτηγο Μοροζίνι η κατάσταση φαίνεται ν’ αλλάζει. Σε διαταγή του ίδιου την 7η Οκτωβρίου 1684 αναφέρεται:

«Οι προεστώτες των χωρίων της νήσου Λευκάδος Φτερνού και Πόρου κατήγγειλαν ημίν, ότι μολονότι νησίς τις καλουμένη Μεγανήσι τοις ανήκοι, παρενοχλούνται εκάστοτε υπό διαφόρων Κεφαλλήνων και Ιθακησίων, αξιούντων αυτογνωμόνως να σπείρουν τας εν ταύτη γαίας…»[4].

Τελικά με διάταγμα της Ενετικής Συγκλήτου το 1691, ο Γενικός Διοικητής της Επτανήσου παραχωρεί τη γη του Μεγανησίου στον εκ Κεφαλληνίας, Αναστάσιο Μεταξά, μαζί με τον τίτλο του κόμη. Οι γαίες περνούν το 1716 στους ντόπιους και στο προσωπικό του Μεταξά, ενώ το 1719 σε Χιώτες πρόσφυγες (γύρω στα 130 άτομα, καθολικά στο θρήσκευμα), πάντα με την υποχρέωση καταβολής μισθώματος στην Ενετική Διοίκηση[5]. Την ίδια εποχή φτάνουν έποικοι από την Ακαρνανία, την Ιθάκη, την Κεφαλονιά, αλλά και την ίδια τη Λευκάδα. Οι διάσπαρτες καλύβες συναρτούνται και προκύπτουν οι δύο πρώτοι μικροί οικισμοί: το

«Κάτω Μέρι» και το «Απάνου Μέρι», που αντιστοιχούσαν στο Κατωμέρι και το Σπαρτοχώρι[6].

«Ήλθον εις τη νησίδα Μεγανήσι ελληνικοί τινές οικογένειες εκ Ξηρομέρου και εσχημάτισαν δύο μικρά χωρία, αποτελούμενα εξ εκατόν περίπου καλυβών»[7], αναφέρει ο Γενικός Προνοητής Φ. Γκριμάνι σε επιστολή του στις 15-11-1760. Το γεγονός υποστηρίζεται κι από τον ίδιο το Δήμο Τσέλιο- Φερεντίνο:

«Ήτον τρία σόγια κάτοικοι. Θιακοί, Ξερομερίτες και Κεφαλληναίοι»[8].

Οι αμέσως επόμενες δεκαετίες μοιάζουν να κυλούν ήρεμα και φτωχικά σε ένα νησί που πασχίζει να σταθεί στα πόδια του σε ένα αβέβαιο όσο και ανασφαλές περιβάλλον. Ο Ραγκαβής αναφέρει ότι αυτήν την εποχή περιτριγυρίζουν το νησί Ναπολιτάνοι αλιείς κοραλλιών, αφού οι ακτές του είναι «μέγα καλλίστου κοραλλίου αγρευτήριον»[9]. Αυτό μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι και το ντόπιο στοιχείο θα πρέπει σταδιακά να στρέφεται ξανά προς τη θάλασσα, όπως εξάλλου επέτασσε η παράδοσή του. Φυσικά το Μεγανήσι δε διαθέτει τον πληθυσμό, ούτε τα μέσα για να επανδρώσει αξιόμαχο στόλο, εντούτοις στα Ορλωφικά του 1768 συναντάμε δύο Μεγανησιώτες ανάμεσα στους 43 αποκηρυγμένους στασιαστές[1].

Η έλευση της Επαναστατικής Γαλλίας στα Επτάνησα το 1797 προκαλεί αρχικά ενθουσιασμό, όμως τα οικονομικά μέτρα είναι δυσβάστακτα και η ναπολεόντεια κυριαρχία εφήμερη. Έτσι το 1798 ο Ρωσοτουρκικός στόλος καταλαμβάνει βαθμηδόν τα νησιά του Ιονίου και το 1800 ιδρύεται η τύποις ανεξάρτητη Πολιτεία της Επτανήσου, αφού είναι φόρου υποτελής στο Σουλτάνο[2]. Το Μεγανήσι εμφανίζεται τότε να έχει κάποια μορφή αυτοδιοικητικής εκπροσώπησης, εν είδει προεστών[3]. Οι δύο οικισμοί του αποκαλούνται «Διμηνίστρες» (από το σιτάρι που ωριμάζει σε δύο μήνες) το Κατωμέρι και «Βαγενοσπηλιά» το Σπαρτοχώρι[4]. Η γεωγραφική του θέση το καθιστά ιδανικό καταφύγιο των εκδιωγμένων από τα εδάφη του Αλή Πασά, αλλά και μιας πληθώρας αρματολών, μεταξύ των οποίων ηχηρά ονόματα σαν τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, τον Ανδρούτσο και το Λεπενιώτη.

«Με όλους τους διακόσιους του Λεπενιώτη επήρα τα καΐκια και εκάμαμε τεσβάρκο εις το Μεγανήσι, και εδιώξαμε τους Φραντσέζους, και εκάμαμεν στάσιν εκεί», αναφέρει ο Κολοκοτρώνης για τη χρονιά του 1810[5].

Η επαναστατική και εθνικιστική φλόγα που φουντώνει σ’ όλη την Ευρώπη δεν αφήνει ανεπηρέαστη και τούτη τη γωνιά του Ιονίου. Μικρής έκτασης εξεγέρσεις, για περισσότερα δικαιώματα και λιγότερη φορολογία, βρίσκουν και Μεγανησιώτες συμμετέχοντες. Η Αγγλική κατοχή από το 1815 είναι ωστόσο σιδηρά και οι στασιαστές τιμωρούνται παραδειγματικά και αποτρόπαια. Υπό τη σκιά της αγχόνης αρκετοί διαφεύγουν στο Ξηρόμερο για να πάρουν μέρος στον ένοπλο αγώνα που  ενηλικιώνεται. Κι αυτό γιατί ο πληθυσμός του νησιού ανήκει στο «πόπολο» κι όχι στο προνομιακό «αρχοντολόι». Ο Υποναύαρχος W.H.Smyth αναφέρει:

«Μεταξύ των νησίδων, το Μεγανήσι κρατά την πρωτοκαθεδρία, καθώς εισάγεται και από το όνομα. Μα από τότε που από τη στάση του 1819 έγινε άντρο συνωμοτών, βρέθηκα κάτω από την ανάγκη να αφοπλίσω τους κατοικοεδρεύοντας εις αυτό και για ένα διάστημα να περιορίσω την ενδοεπικοινωνία με τους γείτονας»[6].

Κι όσο για τη γενικότερη κατάσταση στο νησί, τα πράγματα δεν είναι πιο ρόδινα:

«Το πρώτο βράδυ σταθήκαμε στο Μεγανήσι και είχαμε την ευκαιρία να δούμε ένα σημαντικό κομμάτι αυτού του φτωχού και άγονου νησιού με πληθυσμό πεντακοσίων ψυχών, συγκεντρωμένο σε τρία χωριά, σε τραχύτερες συνθήκες απ’ ότι οι διαμένοντες στη βουνίσια περιοχή του Τζάντε, γενικά φτωχοί, εξαθλιωμένοι και βρώμικοι. Οι άντρες λέγεται ότι είναι πολύ νωθροί, ενώ οι γυναίκες εργατικές και υπερφορτωμένες. Εξαρτούνται για πόσιμο νερό από δυο πηγάδια κοντά στην ακτογραμμή…»[1]

θα γράψει ένας Άγγλος περιηγητής. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η συμμετοχή στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 είναι μάλλον επιβεβλημένη για τους Μεγανησιώτες.

Την πιο έντονη μεγανησιώτικη παρουσία στην Επαναστατική περίοδο ενσαρκώνει ο οπλαρχηγός Δήμος Τσέλιος, γνωστός αργότερα και ως Γέρο- Δήμος. Το πραγματικό του όνομα ήταν Δήμος Φερεντίνος, όπως αποκαλύπτει ο ίδιος στα αποσπασματικά, διασωθέντα της πυρκαγιάς, απομνημονεύματά του στον Τερτσέτη :

«Εγεννήθηκα εγώ εις το Μεγανήσι της Αγίας Μαύρας. Ένας Μεταξάς ήλθε και το κατοίκησε. Εκεί εκατοίκησαν οι παππούληδές μας, τέσσερα αδέρφια Φερεντιναίοι»[2].

Γεννημένος το 1785 σε μικρή ηλικία χάνει και τους δύο γονείς του από ατυχήματα και μπαίνει ψυχοπαίδι σε Αγιομαυρίτικο σπίτι. Επιστρέφει στο νησί έφηβος πια και αποφασισμένος να μπαρκάρει στα εμπορικά πλοία της εποχής. Μάλιστα ο αδερφός του ήταν κάτοχος ενός εξ αυτών. Στην πορεία όμως κάποιος κλεφταρματολός, ονόματι Ζαφείρης τον ξεσηκώνει και τον συμπαρασύρει να συμμετάσχει στον Αγώνα. Αυτό έγινε το 1804. Ένα χρόνο μετά συναντά τον Κατσαντώνη και λίγο αργότερα τον Καραϊσκάκη :

«Ξακολουθάαμεν την κλεψιά τότε, διάφορους πολέμους. Ερχόντανε και μεγαλώναμε. Εξακολουθάγαμε. Εμεγάλωσε οΑντώνης, έτρεμε η Τουρκιά. Στα 1805 ήλθε και ο Καραϊσκάκης»[3].

Ο Δήμος Τσέλιος συνεχίζει με συνέπεια τη δράση του ως Κλέφτης και ανέρχεται στην ιεραρχία ενώ αποκτά στενή φιλική σχέση με τον Καραϊσκάκη:

«Έφυγε ο Καραϊσκάκης από το Πρεμέτι από τη φυλακή. Από τόπον εις τόπον ήλθε εις τα Άγραφα. Εγίνηκε και αυτός πρώτη σκάλα, καθώς ήμον και εγώ(…)Τότε με τον Καραϊσκάκη απόκτησα πιστή αγάπη. Από τότε. Εσκοτώσαμε τον Λιάζακα τον Βελιγκέκα. Εμείς είμεθα σαράντα, εκείνοι χίλιοι»[4]. Σ’ όλη την περίοδο μέχρι την Επανάσταση δε μένει μακριά από το Μεγανήσι. Παρ’ ότι έχει ήδη παντρευτεί (τελικά απέκτησε έξι παιδιά), επισκέπτεται το νησί συνήθως με άλλους οπλαρχηγούς:

«Τον χειμώνα εκαθήμεθα εις ένα λιτρουβιό εις το Μεγανήσι με τον Καραϊσκάκη και Οδυσσέα. Ο Καραϊσκάκης μου είπε δια την Εταιρείαν, ότι θα γίνει την άνοιξιν. Η φαμελιά μου ήτον εις το Μεγανήσι. Εβγήκα έξω. Εβγήκαμεν έξω»[1]

Το Μεγανήσι παραμένει για τον Τσέλιο το «μέσα», ο τόπος γαλήνης και ανάπαυλας από τον ορυμαγδό της μάχης, ο τόπος που θάλπει τη φαμελιά του. Με την έκρηξη της Επανάστασης αρχίζει να διαφαίνεται όχι μόνο η στρατηγική δεινότητά του και η ανδρεία του, μα και η απεριόριστη εκτίμηση που έτρεφαν οι άλλοι γι’ αυτόν.

«Εξορμούν οι Λευκάδιοι υπό τον Δήμον Τσέλιον εις την Ήπειρον και καταδιώκουν τους Τούρκους καταφύγοντας εις Βάλτον και Ξηρόμερον»[2]

αναφέρει ο ιστορικός Κ. Μαχαιράς και αλλού γράφεται:

«Ο αντιστράτηγος Δημοτζέλιος έδειξε και τώρα την ανδρεία και αξιότητά του, και δεν αμφιβάλλομεν ότι θέλομεν έχει πάντοτε αιτίαν να εγκωμιάζομεν έναν τόσον γενναίον και ταύτω τόσον μετριόφρωνα πολεμιστήν»[3].

Από το 1821 έως το 1829 ο οπλαρχηγός συμμετέχει σε δώδεκα εκστρατείες, δώδεκα πολιορκίες και τριάντα εννέα μάχες με σημαντικότερες  αυτές της Βόνιτσας, του Μύτικα και του Λεσινίου, το οποίο και οχύρωσε μετατρέποντάς το σε απόρθητο φρούριο μέχρι την απελευθέρωση. Συμμετείχε και στις δύο πολιορκίες του Μεσολογγίου, από το οποίο εξήλθε λόγω ασθένειας, χωρίς όμως να πάψει να μάχεται έξωθεν[4]. Η σημαντικότερη ίσως τιμή του αποδόθηκε λεκτικά μετά τη μάχη της Αράχωβας, από το στόμα του ίδιου του Καραϊσκάκη:

«Ήτον απαραδειγμάτιστος και η δραστηριότης του στρατηγού Δήμου Τζέλιου, όστις έπιασε τον σημαντικότατον ζωντανόν, εφόνευσε περίπου 15 μόνος του, και επειδή ο σκοτωμός των εχθρών είναι πολυάριθμος, αγνοώ, ίσως εφόνευσε και περισσότερους. Τούτο μόνον σας λέγω ότι εις κάθε εποχήν δείχνει μεγάλη γενναιότητα»[5].

Μετά την απελευθέρωση και την έλευση του Όθωνα βρίσκουμε το 1836 το Δήμο Τσέλιο να πρωτοστατεί σε κίνημα με αιτήματα την εκδίωξη των Βαυαρών που λυμαίνονταν το δημόσιο βίο και την κατάρτιση Συντάγματος. Το κίνημα αποτυγχάνει και ο ίδιος αυτοεξορίζεται στα πάτρια εδάφη εξαθλιωμένος οικονομικά και καταπτοημένος ηθικά. Αναφέρει σχετικά ο Τερτσέτης: «Προχθές είδα εις το δρόμον των Αθηνών με πενιχρά φορέματα, πολύ πλέον πενιχρά, βυθισμένον εις την λύπην, ομοίαζε η όψη του προσώπου του. Είδα τον οπλαρχηγό Δημοτσέλιο (…)ούτε γράμματα προσκυνημένων, τα οποία εδιάβασα, ούτε φόβος και δώρα εχθρού τον έπεισαν να προδώσει τη σημαία, την οποίαν μάλιστα εζώσθη ως σινδόνι θανάτου. Ταλαίπωρη Ελλάς. Τα αληθινά σου τέκναθρέφονται με τα δάκρυα των, παραλογούν ή παραμιλούν εις τους δρόμους»[1].

Ο Τσέλιος πεθαίνει το 1854 στο Αγρίνιο. Οι βαθμοί που του είχαν αφαιρεθεί του επεστράφησαν το 1843, ενώ τα οστά του μεταφέρθηκαν στο Μεσολόγγι το 1901 και αργότερα στον Κήπο των Ηρώων. Ο ανδριάντας του στήθηκε στο Μεγανήσι να ατενίζει τα μέρη που απελευθέρωσε μόλις το 2006…

Μέχρι την Ένωση της Επτανήσου με την υπόλοιπη Ελλάδα στα 1864 στο Μεγανήσι επικρατεί το πατροπαράδοτο φεουδαλικό σχήμα, όπου κάποιες αρχοντικές οικογένειες κατέχουν τις περισσότερες εκτάσεις καθώς και τα παραγωγικά μέσα (ανεμόμυλους, ελαιοτριβεία, καΐκια κ.τ.λ.), όπως η οικογένεια του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Δικός της ήταν ο ένας από τους έξι ανεμόμυλους που δεσπόζει σήμερα πάνω από το Κατωμέρι και ονομάζεται «Παλιόμυλος»[2], καθώς και πολλά κτήματα που , όπως συνηθιζόταν, υπενοικιάζονταν. Ο ίδιος ο ποιητής ερχόταν συχνά στο νησί και μάλιστα είχε Μεγανησιώτες στη δούλεψή του. Αναφέρεται ότι η πρώτη φράση του διθυράμβου για τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’, προέρχεται από χείλη Μεγανησιώτη ψαρά[3].

Στο Μεγανήσι υφίσταται Δήμος από το 1829 και αναγνωρίζεται επισήμως μετά την Ένωση με βασιλικό διάταγμα του 1866. Έχει δύο χωριά (Βαθύ, Σπαρτοχώρι) και περιλαμβάνει τα νησιά Σκορπιό, Μαδουρή, Χελώνι, Κυθρό, Θηλειά, Άγιο Νικόλαο, Σπάρτη και Πεταλά[4]. Ο Δήμος καταργείται το 1912 και επιστρέφουμε σε δύο κοινότητες : «Βαθέος» (Βαθύ και Κατωμέρι) και «Σπαρτοχωρίου».

Η οικονομία στηρίζεται στην εγχώρια παραγωγή λαδιού, λιναριού, κρασιού, κριθαριού, σιταριού, ενώ η αλιεία και το εμπόριο ανέρχονται σταδιακά. Αναφέρεται ειδικότερα και το εμπόριο πέτρας η οποία χρησιμοποιείται για το χτίσιμο των Λευκαδίτικων αρχοντικών[5]. Η θρησκεία εξακολουθεί να έχει βαρύνουσα σημασία στις ζωές των κατοίκων αφού στις αρχές του αιώνα μια επιδημία ευλογιάς οδήγησε τους πιστούς στο να μεταφέρουν τη σεπτή Κάρα του Αγίου Βησσαρίωνος (1489-1541) από την Πύλη Τρικάλων για δεήσεις στο Μεγανήσι. Έκτοτε θεωρείται πολιούχος του νησιού και το 1910 οικοδομήθηκε η ομώνυμη εκκλησία[1]. Η πολιτιστική δράση είναι επίσης παρούσα αφού από το 1880 παιζόταν στο Κατωμέρι ο «Ερωτόκριτος» του Κορνάρου και αργότερα άλλες δημώδεις θεατρικές παραστάσεις όπως η «Γκόλφω» και η «Σκλάβα» του Περεσιάδη[2]. Αυτό από μόνο του μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το βιοτικό επίπεδο είναι αισθητά βελτιωμένο σε σχέση με την υπόλοιπη Λευκάδα, πράγμα που υποδεικνύει και ο πληθυσμός του νησιού: Το 1920, 1644. Το 1928, 1650, ενώ το 1940, 2054, τη στιγμή που άλλα χωριά της Λευκάδας μετά βίας ξεπερνούσαν τις τριακόσιες ψυχές. Επιπρόσθετα το Μεγανήσι εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό αποφοίτων Γυμνασίου, μεγαλύτερο κι από την πρωτεύουσα Λευκάδα![3]

Η στασιμότητα του πληθυσμού στη διάρκεια του Μεσοπολέμου έχει να κάνει με τη μετανάστευση, φαινόμενο που θα ενταθεί μεταπολεμικά. Υπολογίζεται ότι κατά την πρώτη μόνο δεκαετία του 20ου αιώνα μεταναστεύουν 210 άνθρωποι (κατά κύριο λόγο άντρες) από το Μεγανήσι για την Αμερική ή τη Ν. Αφρική, δηλαδή το 1/8 του πληθυσμού![4]

Στην ιστορική καμπή που θα χαράξει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος το νησί δε μένει αλώβητο. Στην αρχική επιστράτευση σαράντα περίπου Μεγανησιώτες ξεκινούν σα σε πανηγύρι για το μέτωπο της Αλβανίας[5]. Τελικά δεν αναφέρεται η συμμετοχή κανενός στις εχθροπραξίες. Εντούτοις το Μεγανήσι δε μένει ασυγκίνητο και παρά τη νομισματική κρίση και την επίταξη των καϊκιών του, στέλνει ρουχισμό στους εμπόλεμους.

Συχνά συγχέεται η ονομασία της σπηλιάς του «Παπά» με αυτή του υποβρυχίου «Παπανικολής». Η αλήθεια είναι ότι η φυσική σπηλιά πήρε το όνομά της όχι επειδή διετέλεσε ορμητήριο ή κρησφύγετο του περιλάλητου υποβρυχίου, μα επειδή αποτέλεσε κρυψώνα για τους μεσαιωνικούς πιστούς και τον ιερέα τους από τις πειρατικές επιδρομές. Έχει αναφερθεί ωστόσο η δράση άλλων υποβρυχίων στα χωρικά ύδατα του Μεγανησίου καθώς και ο τορπιλισμός ιταλικού ανιχνευτικού το 1942[6]. Το Πάσχα του 1941 καταφεύγει στο Μεγανήσι κλιμάκιο υψηλόβαθμων στρατιωτικών του Σερβικού Επιτελείου, με επικεφαλής το Στρατάρχη Σίμοβιτς[7]. Εικάζεται ότι ανάμεσά τους βρισκόταν ο μετέπειτα στρατάρχης «Τίτο», που το ίδιο διάστημα διαφεύγει μέσω Ιονίου για τη Μέση Ανα

Η έλευση των Ιταλών φασιστών την ίδια χρονιά αλλάζει τη ζωή των κατοίκων. Η ιταλική δύναμη αριθμεί μόλις είκοσι άτομα, μα εφαρμόζουν σκαιές μεθόδους, όπως την απαγόρευση της κυκλοφορίας και τη συσκότιση, ενώ δε διστάζουν να σέρνουν στις φυλακές ή να ξυλοκοπούν τους αντιφρονούντες. Δε λείπουν αυτή την εποχή και φαινόμενα μαυραγοριτισμού, αν και σε μικρό ποσοστό. Διατηρείται ακόμα μια υποτυπώδης εμπορική γέφυρα με τη Στερεά Ελλάδα, είτε παρανόμως, είτε με την ανοχή των δωροδοκημένων καραμπινιέρων και μελών της «Φινάντσα».

Την ίδια περίοδο (αρχές του ’42) αρχίζει να οργανώνεται η Αντίσταση με τη γνωστή τριαδική μέθοδο. Στην ουσία το Μεγανήσι αποτελεί αντιστασιακό κρίκο μεταξύ Λευκάδας και Ξηρομέρου. Στα αρχεία του ΕΑΜ του Μάη του ’43 το Μεγανήσι αναφέρεται ως «5η τομεακή». Το 1943 επίσης ιδρύεται η ΕΠΟΝ Μεγανησίου που αναλαμβάνει δράση κοινωνική (συσσίτια) και πολιτιστική (ανεβάζει το «Φωτεινό»). Μάλιστα είναι η πρώτη φορά που σε χωριό της Λευκάδας ανεβαίνουν γυναίκες στη σκηνή, το 1944[1]. Συχνά πυκνά το νησί δέχεται εκφοβιστικούς βομβαρδισμούς, και μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το καταλαμβάνουν οι Γερμανοί, τέσσερις ένοπλοι όλοι κι όλοι. Η Αντίσταση φουντώνει και αρκετοί Μεγανησιώτες συμμετέχουν σε ένοπλη δράση, όπως ο σαμποτέρ Βαρνακιώτης, στην Αιτωλία. Τελικά το νησί πληρώνει το δικό του φόρο αίματος στην Ελευθερία καθώς δύο απ’ τους αντιστασιακούς συλλαμβάνονται στη Νικιάνα και μεταφέρονται στο Αγρίνιο όπου και εκτελούνται δια απαγχονισμού στις 27-7-1944. Ήταν ο Δημήτρης Μαρούλης και ο Νίκος Αμάραντος…[2]

Κατά την περίοδο του εμφυλίου βρίσκουμε εξόριστους Μεγανησιώτες στο κολαστήριο της Μακρονήσου από το 1947- 50[3].

Η Μεγανησιώτικη οικονομία προσπαθεί να ορθοποδήσει στηριζόμενη στην ελαιοπαραγωγή, την οικιακή κτηνοτροφία και την αλιεία. Σταδιακά όμως στρέφεται στη ναυτιλία  και τη μετανάστευση. Η συγκοινωνία γίνεται με καΐκια και η μεταφορά στον Πειραιά με το περιλάλητο «Γλάρος». Ο Ροντογιάννης χαρακτηρίζει τους Μεγανησιώτες «εφοπλιστές» και «θαρραλέους πλοιοκτήτες»[4]. Το Μεγανήσι δίνει τότε «κάποια εντύπωση ευμάρειας, σε αντίθεση με τη βαθιά εντύπωση ανέχειας που προκαλούν όλα σχεδόν τα χωριά της ορεινής Λευκάδας»[5]. Πράγματι, αναφέρεται η ύπαρξη 22 εμποροκάικων με ευρύ πεδίο δράσης[6]. Ταυτόχρονα επέρχεται και μια στροφή προς τη μόρφωση και την επιστημονική κατάρτιση, που τελικά θα αναδείξει τη νέα δυναμική μεταπολεμική γενιά, το άλλο πρόσωπο του νησιού.

Παρ’ όλα αυτά ο πληθυσμός ξεκινά μια μειωτική τροχιά που εξηγείται για μια ακόμα φορά από το νέο μεγάλο μεταναστευτικό κύμα προς την Αυστραλία (κυρίως) και την Αμερική. Ο καταστροφικός σεισμός της Κεφαλονιάς του ’53 αφήνει ανεπηρέαστο το Μεγανήσι, όπως και άλλοι μεγάλοι σεισμοί στη συνέχεια, πιθανότατα λόγω της γεωλογικής του

–σπηλαιώδους- υποδομής. Στη δεκαετία του εξήντα ανθεί ένα νέο είδος παραεμπορίου, αυτό των λαθραίων τσιγάρων, που προσπορίζει κινδύνους αλλά και παχυλά εισοδήματα στους ενασχολούμενους. Φυσικά, στην περίοδο της Χούντας βρίσκουμε στους κλωβούς της Γυάρου και Μεγανησιώτη εκπρόσωπο, το Λάμπρο Δάγλα[1].

Με τη Μεταπολίτευση αρχίζει ουσιαστικά ν’ αλλάζει πρόσωπο το νησί κυρίως τεχνολογικά, παρ’ ότι ο πληθυσμός διατηρεί τις ελλειπτικές του τάσεις, λόγω της εσωτερικής αυτή τη φορά μετανάστευσης προς Πάτρα και Αθήνα. Έτσι το Νοέμβρη του 1974 το Μεγανήσι ηλεκτροδοτείται για πρώτη φορά και αποκτά τηλεφωνική σύνδεση δύο χρόνια αργότερα. Η υδροδότηση ωστόσο εξακολουθεί να παραμένει δυσχερής και να γίνεται από πηγάδια ή ακόμα κι από υδροφόρα πλοία, ενώ σχεδόν κάθε σπιτικό διαθέτει ιδιωτική στέρνα. Στα 1977 και μέχρι το 1980 το νησί γίνεται αντικείμενο ανθρωπολογικής μελέτης, από τον τότε Λέκτορα και νυν καθηγητή του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης Roger Just. Το βιβλίο του «A Greek Island Cosmos» αποτελεί μια γλαφυρή αποτύπωση της Μεγανησιώτικης κοινωνίας πριν την έλευση του τουρισμού.

Το 1980 ιδρύεται για πρώτη φορά Γυμνάσιο στο Μεγανήσι και αποτελεί έναν σημαντικό μοχλό αναζωογόνησης της πνευματικής και κοινωνικής ζωής. Σε συνδυασμό με την ίδρυση του Συλλόγου Απανταχού Μεγανησιωτών «Ο Μέντης» (ήδη από το 1976), που δραστηριοποιείται κυρίως στην Αθήνα, το Μεγανήσι δείχνει να διαρρηγνύει το κουκούλι της πολιτιστικής του εσωστρέφειας.

Η δεκαετία του ’80 λοιπόν αποτελεί το μεταίχμιο που γεφυρώνει το μεταπολεμικό Μεγανήσι μ’ αυτό της νεωτερικότητας. Η ελαιοπαραγωγή μειώνεται σταδιακά και τα οικονομικά σκήπτρα περιέρχονται στο ναυτιλιακό συνάλλαγμα[2]. Ο τουρισμός από ευκαιριακός που ήταν αποκτά μια κάποια οργάνωση. Το 1984 μπαίνει σε λειτουργία το πρώτο μεγανησιώτικο οχηματαγωγό σκάφος, για να κατασκευαστούν τρία ακόμα στη συνέχεια εκσυγχρονίζοντας τις μεταφορές. Το 1985 το νερό της Βαυκερής φτάνει στο νησί επιλύνοντας το μόνιμο πρόβλημα της λειψυδρίας. Στο τέλος της παραγωγικής αυτής δεκαετίας οι κοινότητες προσχωρούν σε εθελούσια συνένωση και συναποτελούν μετά από ογδόντα χρόνια ξανά το Δήμο Μεγανησίου (1990). Το 1993 το Μεγανήσι γνωρίζει την τιμή της εκπροσώπησης για πρώτη φορά στο Εθνικό Κοινοβούλιο, στο πρόσωπο του Πάνου Πάλμου. Από το 2002 προστίθενται και Λυκειακές τάξεις σ’ αυτές του Γυμνασίου. Η σταδιακή απαξίωση της ναυτιλίας στρέφει την οικονομική δραστηριότητα στο τουριστικό προϊόν με όλες τις θετικές και αρνητικές επιπτώσεις που αυτό συνεπάγεται. Η οικοδομική δραστηριότητα γιγαντώνεται και μη Μεγανησιώτες γίνονται κύριοι μεγάλων εκτάσεων γης, ενώ υψώνονται αδιάκοπα ξενοδοχεία και τουριστικά καταλύματα. Στην απογραφή του 2001, οι μόνιμοι κάτοικοι του νησιού ανέρχονται στους 1092 με εμφανώς αυξανόμενες τάσεις ως αιτιατού της εκρηκτικής ανάπτυξης.

Τι βαρύτητα έχει η νέα πολυγλωσσική ταυτότητα του νησιού σε σχέση με το φυσικό του κάλλος; Τι είδους συνύπαρξη είναι αυτή των παιδιών που παίζουν ανέμελα στο δρόμο και των απειράριθμων αυτοκινήτων; Των μοντέρνων καταστημάτων και των γιαγιάδων με την παραδοσιακή φορεσιά άθιχτη, σα δεύτερο δέρμα; Του μπετόν αρμέ και των φρεσκοασβεστωμένων αυλών με τις γλάστρες το βασιλικό; Είναι το Μεγανήσι του σήμερα ο τόπος των αντιθέσεων; Αναζητεί ακόμα, μετά από τόσους αιώνες, την ταυτότητα και τα χνάρια του ή μήπως βαυκαλίζεται στην κούνια της χαμένης του αθωότητας; Θα είναι για πάντα «ένα καταπράσινο κοράλλι ριγμένο στην ποδιά του Ιονίου»; Ο χρόνος θα δείξει.

Κι αν ξαναγυρίσουμε στο ερώτημα που ξεκίνησε το ταξίδι μας στο χρόνο «Ποιος είσαι κι από που; Που βρίσκονται ο τόπος κι οι γονείς σου;», τότε για τους Μεγανησιώτες τους πολυταξιδεμένους και άρα κατά βάθος νοσταλγικούς και αιώνια ερωτευμένους με το νησί τους, αξίζουν τα λόγια του Γέρο Δήμου, όχι μόνο σαν απόηχος ιστορικός, μα  κυρίως σαν αποτύπωμα της συλλογικής τους ψυχής:

«Ήτον το σπίτι μας στο Μεγανήσι (…) ωραίο νησί, σαν να’ ναι στην Παράδεισο»[1]

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ

(Μεγανησιώτης-Φαρμακοποιός-Συγγραφέας)

πηγή:http://www.konidaris.blogspot.com)/

Advertisements