Καλοντυμένη κι όμορφη στεκότανε στο δρόμο,
διαβάτες επερνάγανε, τη χτύπαγαν στον ώμο.
Το κότολο της τό ‘στειλαν μόλις απ’ την Αθήνα
και κράταγε τη μέση της σαν πλουμιστή λαήνα.

Τα μυρωδάτα στήθη της που ήταν σαν κουφέτο
τα τύλιγε περίτεχνα με κεντητό καμπζέτο.
Τσίπα φορούσε ξομπλιαστή, την είχε δαγκαμένη
και μια σπαλέτα καφετιά την κώμη της να δένει.

Κιλότες είχε δεκαοχτώ μα πάνω της καμία
τις είχε αφήσει στον κομό να νοιώθει ελευθερία.
Κουβέντα πιάνει σοβαρή με όλους τους διαβάτες
και πάνω στα ποδάρια της τριβόντανε δυο γάτες.

Κι έτσι καθώς τους μίλαγε, τόσο αφοσιωμένη ,

θυμήθηκε απ’ το πρωί πως ήταν σφαλιασμένη.
Όπως λοιπόν απάνταγε σε νιους και παλικάρια
ο ποταμός της έφυγε μέσα από τα ποδάρια.

Αδιάκοπα συνέχιζε μ’ όλους να κουβεντιάζει
και δε σταμάτησε λεπτό τη φούσκα της ν’ αδειάζει.
Ο καταρράχτης κύλαγε μ’ ορμή και βουητό,
τα πόδια της μυρώθηκαν απ’ το μπρουτσαφλητό.

Και τότε αναδύθηκαν κάτω απ’ τη φορεσιά της
τ’ αρώματα απ’ το πέλαγος που άφησε μπροστά της.
Γαρούφαλλα και γιασεμιά, τριαντάφυλλα και μέντα
ξεχύθηκαν στη γειτονιά που έγινε η κουβέντα.

Διακριτικά τραβήχτηκαν στην άκρη οι διαβάτες
και στην κυρά αρχόντισσα γυρίσανε τις πλάτες.
Τo λένε τα πουλάκια, δεν είναι ψέματα,
πνιγήκανε δυο γάτες μέσα στα ρέματα.

Οι Λίθιοι

Γλωσάρι
κότολο : Είδος φουστανιού, μεσοφόρι.
λαήνα : το λαγήνι, πήλινο αγγείο.
καμπζέτο : λευκαδίτικος στηθόδεσμος
τσίπα : μαντήλα
σπαλέτα : πανί που έδενε τα μαλλιά
σφαλιασμένη : πιεσμένη από την ανάγκη να
αδειάσει την κύστη.
μπρουτσαφλητό : τυχαία διασπορά υγρού

Ευχαριστούμε τον Μάκη Πόλιτη για το ποίημα που μας έστειλε, το οποίο ανήκει στην ποιητική ομαδα απο το Κατωμέρι.
Advertisements