ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ

(Μεγανησιώτης-Φαρμακοποιός-Συγγραφέας)

«Το πρώτο βράδυ σταθήκαμε στο Μεγανήσι και είχαμε την ευκαιρία να δούμε ένα σημαντικό κομμάτι αυτού του φτωχού και άγονου νησιού με πληθυσμό πεντακοσίων ψυχών, συγκεντρωμένο σε τρία χωριά, σε τραχύτερες συνθήκες απ’ ότι οι διαμένοντες στη βουνίσια περιοχή του Τζάντε, γενικά φτωχοί, εξαθλιωμένοι και βρώμικοι. Οι άντρες λέγεται ότι είναι πολύ νωθροί, ενώ οι γυναίκες εργατικές και υπερφορτωμένες. Εξαρτούνται για πόσιμο νερό από δυο πηγάδια κοντά στην ακτογραμμή…»[1]

θα γράψει ένας Άγγλος περιηγητής. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η συμμετοχή στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 είναι μάλλον επιβεβλημένη για τους Μεγανησιώτες.

  Την πιο έντονη μεγανησιώτικη παρουσία στην Επαναστατική περίοδο ενσαρκώνει ο οπλαρχηγός Δήμος Τσέλιος, γνωστός αργότερα και ως Γέρο- Δήμος. Το πραγματικό του όνομα ήταν Δήμος Φερεντίνος, όπως αποκαλύπτει ο ίδιος στα αποσπασματικά, διασωθέντα της πυρκαγιάς, απομνημονεύματά του στον Τερτσέτη :

«Εγεννήθηκα εγώ εις το Μεγανήσι της Αγίας Μαύρας. Ένας Μεταξάς ήλθε και το κατοίκησε. Εκεί εκατοίκησαν οι παππούληδές μας, τέσσερα αδέρφια Φερεντιναίοι»[2].

Γεννημένος το 1785 σε μικρή ηλικία χάνει και τους δύο γονείς του από ατυχήματα και μπαίνει ψυχοπαίδι σε Αγιομαυρίτικο σπίτι. Επιστρέφει στο νησί έφηβος πια και αποφασισμένος να μπαρκάρει στα εμπορικά πλοία της εποχής. Μάλιστα ο αδερφός του ήταν κάτοχος ενός εξ αυτών. Στην πορεία όμως κάποιος κλεφταρματολός, ονόματι Ζαφείρης τον ξεσηκώνει και τον συμπαρασύρει να συμμετάσχει στον Αγώνα. Αυτό έγινε το 1804. Ένα χρόνο μετά συναντά τον Κατσαντώνη και λίγο αργότερα τον Καραϊσκάκη :

«Ξακολουθάαμεν την κλεψιά τότε, διάφορους πολέμους. Ερχόντανε και μεγαλώναμε. Εξακολουθάγαμε. Εμεγάλωσε οΑντώνης, έτρεμε η Τουρκιά. Στα 1805 ήλθε και ο Καραϊσκάκης»[3].

Ο Δήμος Τσέλιος συνεχίζει με συνέπεια τη δράση του ως Κλέφτης και ανέρχεται στην ιεραρχία ενώ αποκτά στενή φιλική σχέση με τον Καραϊσκάκη:

«Έφυγε ο Καραϊσκάκης από το Πρεμέτι από τη φυλακή. Από τόπον εις τόπον ήλθε εις τα Άγραφα. Εγίνηκε και αυτός πρώτη σκάλα, καθώς ήμον και εγώ(…)Τότε με τον Καραϊσκάκη απόκτησα πιστή αγάπη. Από τότε. Εσκοτώσαμε τον Λιάζακα τον Βελιγκέκα. Εμείς είμεθα σαράντα, εκείνοι χίλιοι»[4].


Σ’ όλη την περίοδο μέχρι την Επανάσταση δε μένει μακριά από το Μεγανήσι. Παρ’ ότι έχει ήδη παντρευτεί (τελικά απέκτησε έξι παιδιά), επισκέπτεται το νησί συνήθως με άλλους οπλαρχηγούς:

«Τον χειμώνα εκαθήμεθα εις ένα λιτρουβιό εις το Μεγανήσι με τον Καραϊσκάκη και Οδυσσέα. Ο Καραϊσκάκης μου είπε δια την Εταιρείαν, ότι θα γίνει την άνοιξιν. Η φαμελιά μου ήτον εις το Μεγανήσι. Εβγήκα έξω. Εβγήκαμεν έξω»[1]

Το Μεγανήσι παραμένει για τον Τσέλιο το «μέσα», ο τόπος γαλήνης και ανάπαυλας από τον ορυμαγδό της μάχης, ο τόπος που θάλπει τη φαμελιά του. Με την έκρηξη της Επανάστασης αρχίζει να διαφαίνεται όχι μόνο η στρατηγική δεινότητά του και η ανδρεία του, μα και η απεριόριστη εκτίμηση που έτρεφαν οι άλλοι γι’ αυτόν.

«Εξορμούν οι Λευκάδιοι υπό τον Δήμον Τσέλιον εις την Ήπειρον και καταδιώκουν τους Τούρκους καταφύγοντας εις Βάλτον και Ξηρόμερον»[2]

αναφέρει ο ιστορικός Κ. Μαχαιράς και αλλού γράφεται:

«Ο αντιστράτηγος Δημοτζέλιος έδειξε και τώρα την ανδρεία και αξιότητά του, και δεν αμφιβάλλομεν ότι θέλομεν έχει πάντοτε αιτίαν να εγκωμιάζομεν έναν τόσον γενναίον και ταύτω τόσον μετριόφρωνα πολεμιστήν»[3].

Από το 1821 έως το 1829 ο οπλαρχηγός συμμετέχει σε δώδεκα εκστρατείες, δώδεκα πολιορκίες και τριάντα εννέα μάχες με σημαντικότερες  αυτές της Βόνιτσας, του Μύτικα και του Λεσινίου, το οποίο και οχύρωσε μετατρέποντάς το σε απόρθητο φρούριο μέχρι την απελευθέρωση. Συμμετείχε και στις δύο πολιορκίες του Μεσολογγίου, από το οποίο εξήλθε λόγω ασθένειας, χωρίς όμως να πάψει να μάχεται έξωθεν[4]. Η σημαντικότερη ίσως τιμή του αποδόθηκε λεκτικά μετά τη μάχη της Αράχωβας, από το στόμα του ίδιου του Καραϊσκάκη:

«Ήτον απαραδειγμάτιστος και η δραστηριότης του στρατηγού Δήμου Τζέλιου, όστις έπιασε τον σημαντικότατον ζωντανόν, εφόνευσε περίπου 15 μόνος του, και επειδή ο σκοτωμός των εχθρών είναι πολυάριθμος, αγνοώ, ίσως εφόνευσε και περισσότερους. Τούτο μόνον σας λέγω ότι εις κάθε εποχήν δείχνει μεγάλη γενναιότητα»[5].

Μετά την απελευθέρωση και την έλευση του Όθωνα βρίσκουμε το 1836 το Δήμο Τσέλιο να πρωτοστατεί σε κίνημα με αιτήματα την εκδίωξη των Βαυαρών που λυμαίνονταν το δημόσιο βίο και την κατάρτιση Συντάγματος. Το κίνημα αποτυγχάνει και ο ίδιος αυτοεξορίζεται στα πάτρια εδάφη εξαθλιωμένος οικονομικά και καταπτοημένος ηθικά. Αναφέρει σχετικά ο Τερτσέτης:


«Προχθές είδα εις το δρόμον των Αθηνών με πενιχρά φορέματα, πολύ πλέον πενιχρά, βυθισμένον εις την λύπην, ομοίαζε η όψη του προσώπου του. Είδα τον οπλαρχηγό Δημοτσέλιο (…)ούτε γράμματα προσκυνημένων, τα οποία εδιάβασα, ούτε φόβος και δώρα εχθρού τον έπεισαν να προδώσει τη σημαία, την οποίαν μάλιστα εζώσθη ως σινδόνι θανάτου. Ταλαίπωρη Ελλάς. Τα αληθινά σου τέκναθρέφονται με τα δάκρυα των, παραλογούν ή παραμιλούν εις τους δρόμους»[1].

Ο Τσέλιος πεθαίνει το 1854 στο Αγρίνιο. Οι βαθμοί που του είχαν αφαιρεθεί του επεστράφησαν το 1843, ενώ τα οστά του μεταφέρθηκαν στο Μεσολόγγι το 1901 και αργότερα στον Κήπο των Ηρώων. Ο ανδριάντας του στήθηκε στο Μεγανήσι να ατενίζει τα μέρη που απελευθέρωσε μόλις το 2006…

  Μέχρι την Ένωση της Επτανήσου με την υπόλοιπη Ελλάδα στα 1864 στο Μεγανήσι επικρατεί το πατροπαράδοτο φεουδαλικό σχήμα, όπου κάποιες αρχοντικές οικογένειες κατέχουν τις περισσότερες εκτάσεις καθώς και τα παραγωγικά μέσα (ανεμόμυλους, ελαιοτριβεία, καΐκια κ.τ.λ.), όπως η οικογένεια του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Δικός της ήταν ο ένας από τους έξι ανεμόμυλους που δεσπόζει σήμερα πάνω από το Κατωμέρι και ονομάζεται «Παλιόμυλος»[2], καθώς και πολλά κτήματα που , όπως συνηθιζόταν, υπενοικιάζονταν. Ο ίδιος ο ποιητής ερχόταν συχνά στο νησί και μάλιστα είχε Μεγανησιώτες στη δούλεψή του. Αναφέρεται ότι η πρώτη φράση του διθυράμβου για τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’, προέρχεται από χείλη Μεγανησιώτη ψαρά[3].

  Στο Μεγανήσι υφίσταται Δήμος από το 1829 και αναγνωρίζεται επισήμως μετά την Ένωση με βασιλικό διάταγμα του 1866. Έχει δύο χωριά (Βαθύ, Σπαρτοχώρι) και περιλαμβάνει τα νησιά Σκορπιό, Μαδουρή, Χελώνι, Κυθρό, Θηλειά, Άγιο Νικόλαο, Σπάρτη και Πεταλά[4]. Ο Δήμος καταργείται το 1912 και επιστρέφουμε σε δύο κοινότητες : «Βαθέος» (Βαθύ και Κατωμέρι) και «Σπαρτοχωρίου».

  Η οικονομία στηρίζεται στην εγχώρια παραγωγή λαδιού, λιναριού, κρασιού, κριθαριού, σιταριού, ενώ η αλιεία και το εμπόριο ανέρχονται σταδιακά. Αναφέρεται ειδικότερα και το εμπόριο πέτρας η οποία χρησιμοποιείται για το χτίσιμο των Λευκαδίτικων αρχοντικών[5]. Η θρησκεία εξακολουθεί να έχει βαρύνουσα σημασία στις ζωές των κατοίκων αφού στις αρχές του αιώνα μια επιδημία ευλογιάς οδήγησε τους πιστούς στο να μεταφέρουν τη σεπτή Κάρα του Αγίου Βησσαρίωνος (1489-1541) από την Πύλη Τρικάλων για δεήσεις στο Μεγανήσι. Έκτοτε θεωρείται πολιούχος του νησιού και το 1910 οικοδομήθηκε η ομώνυμη


εκκλησία[1]. Η πολιτιστική δράση είναι επίσης παρούσα αφού από το 1880 παιζόταν στο Κατωμέρι ο «Ερωτόκριτος» του Κορνάρου και αργότερα άλλες δημώδεις θεατρικές παραστάσεις όπως η «Γκόλφω» και η «Σκλάβα» του Περεσιάδη[2]. Αυτό από μόνο του μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το βιοτικό επίπεδο είναι αισθητά βελτιωμένο σε σχέση με την υπόλοιπη Λευκάδα, πράγμα που υποδεικνύει και ο πληθυσμός του νησιού: Το 1920, 1644. Το 1928, 1650, ενώ το 1940, 2054, τη στιγμή που άλλα χωριά της Λευκάδας μετά βίας ξεπερνούσαν τις τριακόσιες ψυχές. Επιπρόσθετα το Μεγανήσι εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό αποφοίτων Γυμνασίου, μεγαλύτερο κι από την πρωτεύουσα Λευκάδα![3]

  Η στασιμότητα του πληθυσμού στη διάρκεια του Μεσοπολέμου έχει να κάνει με τη μετανάστευση, φαινόμενο που θα ενταθεί μεταπολεμικά. Υπολογίζεται ότι κατά την πρώτη μόνο δεκαετία του 20ου αιώνα μεταναστεύουν 210 άνθρωποι (κατά κύριο λόγο άντρες) από το Μεγανήσι για την Αμερική ή τη Ν. Αφρική, δηλαδή το 1/8 του πληθυσμού![4]

  Στην ιστορική καμπή που θα χαράξει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος το νησί δε μένει αλώβητο. Στην αρχική επιστράτευση σαράντα περίπου Μεγανησιώτες ξεκινούν σα σε πανηγύρι για το μέτωπο της Αλβανίας[5]. Τελικά δεν αναφέρεται η συμμετοχή κανενός στις εχθροπραξίες. Εντούτοις το Μεγανήσι δε μένει ασυγκίνητο και παρά τη νομισματική κρίση και την επίταξη των καϊκιών του, στέλνει ρουχισμό στους εμπόλεμους.

  Συχνά συγχέεται η ονομασία της σπηλιάς του «Παπά» με αυτή του υποβρυχίου «Παπανικολής». Η αλήθεια είναι ότι η φυσική σπηλιά πήρε το όνομά της όχι επειδή διετέλεσε ορμητήριο ή κρησφύγετο του περιλάλητου υποβρυχίου, μα επειδή αποτέλεσε κρυψώνα για τους μεσαιωνικούς πιστούς και τον ιερέα τους από τις πειρατικές επιδρομές. Έχει αναφερθεί ωστόσο η δράση άλλων υποβρυχίων στα χωρικά ύδατα του Μεγανησίου καθώς και ο τορπιλισμός ιταλικού ανιχνευτικού το 1942[6]. Το Πάσχα του 1941 καταφεύγει στο Μεγανήσι κλιμάκιο υψηλόβαθμων στρατιωτικών του Σερβικού Επιτελείου, με επικεφαλής το Στρατάρχη Σίμοβιτς[7]. Εικάζεται ότι ανάμεσά τους βρισκόταν ο μετέπειτα στρατάρχης «Τίτο», που το ίδιο διάστημα διαφεύγει μέσω Ιονίου για τη Μέση Ανατολή.


Advertisements