«Οι συζητήσεις περί πτώχευσης της ελληνικής οικονομίας ή άλλα τέτοια είναι κάπως μακάβρια.  Απλούστατα, έχουμε να κάνουμε με έναν νεκρό και συζητούμε πότε θα γίνει η κηδεία και ποιος θα εκφωνήσει τον επικήδειο».

Με τη φράση αυτή ανώτατο στέλεχος της Κομισιόν προσπαθεί να εξηγήσει την αίσθηση της αδυναμίας της ελληνικής οικονομίας να εξυπηρετήσει τις δανειακές υποχρεώσεις της και την αίσθηση της «προεξοφλημένης χρεοκοπίας» που υπάρχει στις διεθνείς αγορές, στις Βρυξέλλες, αλλά και στις κυβερνήσεις των χωρών της ευρωζώνης. Και γι΄ αυτό- προσθέτει- έχουν υπάρξει πολλά σενάρια και μελέτες, με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων, εδώ και πολύ καιρό.

Η διαρκής άνοδος των spreads (των επιτοκίων δανεισμού της χώρας), παρά τις δηλώσεις στήριξης του Προγράμματος Σταθερότητας της ελληνικής οικονομίας από την Κομισιόν και τον πρόεδρο του Γιουρογκρούπ κ. Γιούνκερ, δείχνει αυτήν την «προεξοφλημένη χρεοκοπία», λέει κοινοτικό στέλεχος. Και δημιουργεί ανησυχία, προσθέτει, το γεγονός ότι τα επιτόκια δανεισμού των τριετών ομολόγων είναι υψηλότερα από των δεκαετών- και αντιστοίχως ότι η ελληνική κυβέρνηση για ένα μικρό σχετικά ποσό 1,2 δισ. ευρώ δεν τόλμησε να βγει στην αγορά, αλλά απευθύνθηκε στις εγχώριες τράπεζες, χωρίς να αποφύγει τα πανάκριβα επιτόκια. Έτσι, δεν δημιουργεί απορία το γεγονός ότι ανώτατη τραπεζική πηγή λέει θυμόσοφα πως «το περιθώριο χρόνου είναι μέχρι τον Ιούνιο- μετά ακολουθεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο».

Στο τρίτο στάδιο. Ο κ. Παπακωνσταντίνου μπορεί να σχεδιάζει ταξίδια απελπισίας στην Ασία και τις ΗΠΑ ή λαϊκά ομόλογα, αλλά η εξέλιξη των πραγμάτων είναι σχεδόν γραμμική. Όπως εξηγούν κοινοτικές πηγές, στο Γιουρογκρούπ και το ΕCΟFΙΝ στις 15-16 Φεβρουαρίου, όταν δηλαδή οι υπόλοιποι Έλληνες θα απολαμβάνουν τη λαγάνα τους, η ελληνική οικονομία θα υπαχθεί στο τρίτο στάδιο της επιτήρησης. Το Συμβούλιο, έπειτα από εισήγηση της Κομισιόν, θα υιοθετήσει αυστηρότατες συστάσεις προς την Ελλάδα όπου θα απαιτεί- σαν να μην έχει υποβληθεί ποτέ το Πρόγραμμα Σταθερότητας- εδώ και τώρα μέτρα μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος, με δραστική περικοπή των δαπανών, μέτρα μόνιμου χαρακτήρα και μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό και το συνταξιοδοτικό.

Χρειαζόμαστε 22 δισ. ευρώ. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβάλει στην αποκλιμάκωση των spreads- ούτε υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να υποθέσει κανείς ότι η χώρα θα κηρυχθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Όμως, η Ελλάδα θα χρειαστεί το αργότερο τον Απρίλιο 11 δισ. ευρώ για να αναχρηματοδοτήσει το υπάρχον δημόσιο χρέος της και άλλα τόσα τον Μάιο. Με τα δεδομένα που υπάρχουν είναι προφανές ότι δεν θα μπορέσει να τα βρει ή θα τα βρει με απαγορευτικά υψηλά επιτόκια- και άρα θα πρέπει να απευθυνθεί αλλού.

Είναι το σημείο που ονομάζεται «αδυναμία εξυπηρέτησης υποχρεώσεων»- ο σύγχρονος όρος για τη χρεοκοπία. Κοινοτικές πηγές αναφέρουν ότι μέχρι πρόσφατα ήταν «στον αέρα» το ενδεχόμενο να προστρέξει σε βοήθεια της Ελλάδας μια ομ άδα χωρών της Ένωσης, με επικεφαλής τη Γερμανία, η οποία με την κάλυψη του Συμβουλίου θα λειτουργούσε ως διασώστης και φυσικά θα έβαζε και όρους για να δώσει τα χρήματα των φορολογουμένων της.

Ασκήσεις επί χάρτου. Όμως, όλες οι ασκήσεις επί χάρτου που έγιναν- και στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο- απέδειξαν πως αυτό το σενάριο δε μπορεί να εφαρμοστεί. Κατ΄ αρχάς, διότι δεν προβλέπεται από καμία κοινοτική συνθήκη. Έπειτα, διότι δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός επιβολής όρων- δεν είναι τυχαίο ότι στο τελευταίο Γιουρογκρούπ η Κομισιόν και ο πρόεδρος της ευρωζώνης Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ «αρπάχτηκαν» με αρκετούς υπουργούς που δεν τους αναγνώριζαν το δικαίωμα ούτε καν να συντονίζουν οικονομικές πολιτικές ή να πραγματοποιούν ελέγχους. Και τρίτον, διότι ενδέχεται να απαιτείται έγκριση Εθνικών Κοινοβουλίων για τη χορήγηση των δισ. ευρώ στην Ελλάδα- και η έγκριση είναι αμφίβολη.

Έτσι, έπειτα από μήνες επεξεργασίας περί το «ελληνικό πρόβλημα», Βρυξέλλες, Βερολίνο, αλλά και Φρανκφούρτη κατέληξαν- σύμφωνα με πληροφορίες- στη γνωστή πεπατημένη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Η Ελλάδα θα πρέπει να προσφύγει στο ΔΝΤ, με την παρότρυνση των εταίρων της, διότι είναι ο μόνος οργανισμός που έχει μηχανισμό επιβολής όρων.

Ο χρόνος κατά τον οποίο θα συμβεί αυτό είναι κάτι που οι κοινοτικοί αξιωματούχοι δεν θέλουν να συζητούν- όπως λένε, «δυστυχώς, εξαρτάται από τις αγορές και όχι από μας. Εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να είμαστε προετοιμασμένοι ώστε να μην υπάρξουν αναταράξεις στην ευρωζώνη, αλλά και πολιτικές συνέπειες για την Ένωση».

ΤΑ ΝΕΑ

Advertisements