Δώδεκα χρόνια εμπειρίας στο φαρμακείο, μου επιτρέπουν νομίζω να προσεγγίσω ικανοποιητικά το προφίλ, όχι του Άγγλου, μα του Μεγανησιώτη ασθενή. Εννοώ, κυρίως του γηραιού/-ας, που είναι ένα πραγματικό αγρευτήριο μαργαριταριών. Γιατί ο Μεγανησιώτης, δεν είναι οποιοσδήποτε ασθενής. Για παράδειγμα, δεν αρρωσταίνει όπως οι άλλοι άνθρωποι. Ανημπορεύει. Ας εξετάσουμε όμως και τα υπόλοιπα στοιχεία που συνθέτουν τη γλαφυρή ιατροφαρμακευτική γλώσσα του νησιού μας και που κάνουν ενίοτε το επάγγελμα του φαρμακοποιού απολαυστικό.

  Ο Μεγανησιώτης δεν έχει ποτέ πονοκέφαλο, έχει πάντα κεφαλάρια ή βαζούρα. Δε γνωρίζει τι είναι οι εμβοές των ώτων, παρότι μπορεί να έχει «τζιτζίκους μες στ’ αυτιά του». Τα χέρια μας δεν πάσχουν από ξηρότητα το χειμώνα αφού πάντα έχουμε νεροκονίδιασμα. Ούτε ραιβόκρανο υπάρχει στο νησί, μόνο που καμιά φορά «παίρνεται η σφαή» του ασθενούς. Η καταβολή είναι άγνωστη λέξη, αφού ο Μεγανησιώτης τότε είναι που «δεν ορίζει τα ποδάρια του». Η δυσκοιλιότητα είναι βέβαια πρόβλημα, αλλά εμάς μας απασχολεί περισσότερο που «δε μας βγάνει το στομάχι μας». Καμιά φορά ωστόσο έχουμε το αντίθετο πρόβλημα: «μας πάει ροΐ»!

  Στην προσπάθειά του ο Μεγανησιώτης να καταδείξει το μέγεθος της ασθένειάς του (η οποία φυσικά είναι η πιο βαριά, πιο δυσεπίλυτη και πιο άσπλαχνη ασθένεια που χτύπησε ποτέ άνθρωπο από καταβολής κόσμου), καταφεύγει σε κάποιες μικρούλες υπερβολές. Έτσι, ο συντοπίτης μας σπάνια κρυώνει, συνήθως πονιτάρει ή πλευριτώνει. Δεν πάσχει από άνοια, απλά τα’ χει ολότελα χαμένα. Ούτε υφίσταται γαστρεντερικές διαταραχές, γιατί τον κόβει και τον θερίζει. Ο βήχας ποτέ δεν είναι απλός, είναι πάντα γαϊδουρόβηχας. Το δέρμα δεν ερεθίζεται, αλλά σκώνεται να φύει. Μήτε που παθαίνει εγκαύματα, αφού εξυπακούεται ότι ξεπετσαλιάζεται. Η δε ξηροστομία περιγράφεται πάντα με τη φράση «φρύεται ο στόμας μου». Το χέρι δεν πρήζεται απλά, γίνεται τούμπανο. Ο δύστυχος ο Μεγανησιώτης δεν κάνει έμετο :βγάνει τ’ άντερά του. Θολή όραση ή στίγματα δεν τον βασανίζουν, αν και μερικές φορές βλέπει περπερίτσες.  Και τέλος δεν καταλαβαίνει από ζαλάδα, αφού εκείνη την ώρα είναι σ’ εκειό το (γ)κόσμο.

  Ασφαλώς ο συγχωριανός μας σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δε θα διστάσει να επισκεφτεί το γιατρό. Όχι όμως όποιον- όποιον γιατρό. Θα πάει στο χερούργο, το φταλμίατρο, τον πλεμονολόο, τον αντερολόγο. Εκεί θα μετρήσει και την πίεσή του και θα δυσκολευτεί να καταλάβει όταν ο γιατρός θα του λέει «υψηλή» (συστολική πίεση), ότι δεν εννοεί την «ψιλή» (διαστολική πίεση). Εκεί θα διαπιστώσει από τις εξετάσες αν έχει και ανεβασμένες γλυκερίνες (τριγλυκερίδια) ή πρόβλημα με το κυκλοφοριακό. Πιθανόν θα βγάλει και μια πλάκα ή θα κάνει και έναν υπέροχο. Αν μάλιστα αυτός ο τελευταίος δείξει ότι έχει βουλωμένες καροτίνες, τότε μάλλον θα χρειαστεί φάρμακα. Αυτά με τη σειρά τους θα τα γράψει ο γιατρός στο φυλλάδιο ή βιβλιάριο (μερικές φορές και στο συνταγματολόγιο). Και μοιραία, αφού ούλα αυτά του τα κάνει ο ζάχαρος, θα περάσει το κατώφλι του φαρμακείου, όπου αρχίζει το δικό μου έργο.

  Καταρχήν, για να είσαι φαρμακοποιός στο Μεγανήσι πρέπει να έχεις μνήμη ελέφαντα και μάλιστα θηλυκού. Πώς αλλιώς να αντιμετωπίσεις τη συνήθη επωδό «ένα κουτί χαπάκια από κεια που παίρνω»; Μετά αρχίζει η αναζήτηση με πυξίδα το χρώμα του χαπιού ή κάποιο ενδεικτικό στοιχείο της συσκευασίας. Και καλά το λιονταράκι (Fucidin, η εταιρία LEO έχει σύμβολο ένα λιοντάρι). Όταν όμως ο βασιλιάς των ζώων γίνεται αλογάκι, γαϊδουράκι, ελεφαντάκι ή γατάκι, τα πράματα μπερδεύονται. Με την ίδια λογική ο Μεγανησιώτης ασθενής ζητάει και έμπλαστρο ελέφαντος! Υπάρχουν ωστόσο και εύκολα αιτήματα, ξεκάθαρα τινί τρόπο. Ας πούμε για το σύγκαμα η παραδοσιακή μπλούτρα. Για να κολλήσουμε τη γάζα, ένα καρούλι ταινία. Για τις αμυχές ένα τσερέτο. Για τον πονοκέφαλο ένα μποστάνι (Ponstan) ή ένα ντεπόν νερόβραστο. Τώρα τελευταία έχει πέραση και το μεγάλο (ενίοτε και θερίο) ντεπόν, το Μαξίμου ντε! Στην πρώτη γραμμή και τα χαπάκια για το ταξίδι (δραμαμίνες) καθώς και η ασπερίνη η κίτρινη (εντεροδιαλυτό Salospir). Να σημειωθεί ότι αν ο Μεγανησιώτης ζητήσει ιώδιο δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να το αναφέρεις ως βάμμα ιωδίου, διότι το βάμμα είναι ταυτόσημο με το κόκκινο (Mercurochrom, αντισηπτικό που ζητιέται ακριβώς έτσι: «ένα μπουκάλι κόκκινο!»). Συναφές και το μπουκάλι φυσικό νερό (φυσιολογικός ορός).

  Με τον καιρό μαθαίνεις και την εικονοπλαστική αναζήτηση η οποία μπορεί να γίνει εξόχως περιγραφική. Για παράδειγμα τα φύλλα τσ’ Αλεξάντρας (Αλεξάνδρειας) ή εκειό το σουρούπι με τα πλεμόνια ή μια κωλαλοιφή (όπου, και επιστημονική κατάρτιση να μην έχεις, δε δυσκολεύεσαι να εντοπίσεις την εστία του προβλήματος). Η πιο συχνή περίπτωση πάντως είναι η αλοιφή πόχει απόξου τον παλαιστή (ή τον άνθρωπο), αλλά όχι εκείνη που κατελώνει, να ξηγιώμαστε! Η αλοιφή για τις τσούχτρες τώρα, δεν είναι άλλη από την αντιισταμινική Fenistil, ενώ το αεροζόλ για τσι πληγές ή αλλιώς σπρέυ μπούλο καθοδηγεί εύκολα προς το Pulvo. Λίγο πιο δύσκολο είναι το βρωμέξ (Vertigo Vomex, για τον ίλιγγο). Η αποθέωση της εφευρετικότητας εμφανίζεται στο «μησουλείπει» (Mesulid), απαραίτητο φάρμακο για τα ρεματικά, όπως εξάλλου λέει και το όνομα! Άφησα τελευταίο το αγαπημένο μου που δεν είναι άλλο από το κοινό αντιυπερτασικό Moduretic. Αυτό σχεδόν πάντα αναζητείται ως «εκειό που’ ναι σα φελί γλυκό»! Βοηθάει βλέπετε το ρομβοειδές σχήμα και το φαιό χρώμα των δισκίων…

  Παρ’ όλα αυτά ο Μεγανησιώτης ασθενής καταφέρνει στο τέλος να ξετρυπώσει το σωστό φάρμακο. Αυτό που δεν καταφέρνει πάντα είναι να το χρησιμοποιήσει σωστά. Δεν είναι εύκολο να φανταστείς ότι χορηγώντας διάλυμα Pennsaid για τοπική χρήση σε μια μυαλγία θα δεις μετά από λίγες μέρες τον ασθενή να σου παραπονιέται ότι δεν του πέρασε παρ’ότι ήπιε το μισό μπουκαλάκι! Προσοχή χρειάζεται και με τα υπόθετα. Ουκ ολίγες φορές η κατάποση απετράπη την τελευταία στιγμή. Δε λείπουν όμως και οι φορές που δε φταίει ο ασθενής αλλά το φάρμακο. Αν, ας πούμε, ακούσεις: «αυτήνη η αντιβίωση δε πάει κάτου με κανένα θέο», πρέπει πρωτίστως να διευκρινίσεις αν η θειά διάλυσε με νερό τη σκόνη του εναιωρήματος. Αν πάλι ακούσεις «Δε μπορώ να τονε πιώ αυτόνε το σίδερο γιατί με τσαγκώνει. Είναι σα σιριασμένος», πιθανότατα πρέπει ν’ αλλάξεις το ιδιοσκεύασμα. Υπάρχουν ωστόσο και οι περιπτώσεις –λίγες αλλά ωραίες- που δεν μπορείς να βοηθήσεις, όσο κι αν το επιθυμείς. Όπως όταν σου ζητάνε μπαταρίες, μπιμπίλες για τα μαρτίνια, ψωμί, λάδι για ραπτική μηχανή ή λανπάκι για το κόνισμα (αληθινά περιστατικά)!

  Αναρωτιέμαι πολλές φορές τι είδους διάλογος μπορεί να διαμειφθεί ανάμεσα σε μια μεγανησιώτισσα γιαγιά και έναν φαρμακοποιό π.χ. στην Αθήνα. Και τι δε θα έδινα για να υπάρξω αυτήκοος μάρτυρας! Αν και, εδώ που τα λέμε, είμαι πεπεισμένος ότι η θειά θα τα κατάφερνε στο τέλος μια χαρά. Γιατί ο Μεγανησιώτης ασθενής μπορεί να περνάει ανημπόριες, αλλά στο τέλος πάντα γερεύει!

Με την επιφύλαξη (και την απειλή) να επανέλθω στο θέμα

Παναγιώτης Κονιδάρης, φαρμακοποιός, συγγραφέας.

Advertisements