παναγιώτης Κονιδάρης

Αν νομίσατε ότι το θησαυροφυλάκιο των μεγανησιώτικων ιατροφαρμακευτικών ιδιωματισμών είχε τόσο ρηχό πάτο, πλανιέστε πλάνη οικτρή: ήδη στους σχολιασμούς ενέσκηψαν μερικοί ακόμα συχνοί αδάμαντες. Για παράδειγμα η σκαροβλογιά, μορφή ευλογιάς. Το πρόθεμα σκαρο- ίσως υπονοεί την προέλευση (από τους Σκάρους, άρα από απέναντι, έξωθεν ερχόμενη, εικάζω). Ομοίως η σκαροψιλίδα (μάλλον παράφραση της ψαλίδας των μαλλιών, συνεκδοχικά η αλωπεκία). Εντούτοις οι λέξεις αυτές εξοπλίζουν τη φαρέτρα της κατάρας, άρα αποκλίνουν κάπως από τα πραγματικά προβλήματα του Μεγανησιώτη ασθενή.

Προβλήματα που μπορεί να είναι πολύ σοβαρά όπως ο πάουρας (καρκίνος), το χτικιό (φυματίωση) ή το πιλόχειο (που επίσης αναφέρθηκε). Το τελευταίο δεν μπορεί παρά να προκύπτει από την επιλόχειο κατάθλιψη που εμφανίζεται σ’ ένα ποσοστό 10% των γυναικών μετά τα γεννητούρια, έφτασε όμως να σημαίνει σοβαρή λοίμωξη, συνήθως του αναπνεστικού. Για την αντιμετώπισή του πιθανόν να χρειάζονται αναπνοές (φάρμακο σε εισπνοές). Βέβαια δεν είναι η μόνη νόσος που σχετίζεται με την αγκαστρωμένη γυναίκα, αφού αυτή κάποια στιγμή στον 3ο-4ο μήνα τσ’ αγκαστριάς θα ξεγκαρδιστεί απ’ τσ’ ατούρες. Αφήστε που μπορεί να τύχουν και επιπλοκές, όπως να είναι το παιδί λουροδεμένο. Οι σοβαρές αρρώστιες δε σταματούν εδώ. Υπάρχει και η-πατίτη, ο ίχτερος ή, ακόμα χειρότερα, ο κόλπος (χαϊδευτικά κολπέτο, πάει να πει το εγκεφαλικό).

Κάτω από το γενικό τίτλο ψυχοπάθεια, συνωστίζονται όλων των ειδών οι ψυχικές νόσοι. Γενίκευση αποτελούν και τα μητρικά, μια ευρεία γκάμα γυναικολογικών περιστατικών. Τα «γαλλικά πάθη» τώρα, που επιμελώς επισημάνθηκαν στα σχόλια του πρώτου άρθρου, τσουβαλιάζουν όλα τα αφροδίσια. Κάποιες ανημπόριες μπορεί να οδηγήσουν και στο νοσοκομείο, ακόμα και στο χερουργείο, αλλά στο τέλος μάλλον ο Μεγανησιώτης ασθενής θα συνέρτει και μετά την ανάληψη (ανάνηψη), θα σκωθεί ορτός.

Δεν ισχύει το ίδιο όμως για τους υπέργηρους που κάποια στιγμή θα κοιλιορέψουν, θα γίνουνε δηλαδή γεροκομειό. Στον αντίποδα, τα παιδιά (αλλά και οι κοπέλες…) έχουν τα δικά τους προβλήματα. Άμα δεις ας πούμε το παιδί μαλαουδιασμένο, πολύ πιθανόν να είναι θερμασμένο. Εκεί που στους ενήλικες βράζει το στήθος τους, στα παιδιά ακούμε γατσούλια. Αν αυτά σοβαρέψουν και δώσουν έντονο βήχα μπορεί να’ ναι και καρκαρέτσι (κοκκύτης). Και μιας και αναφέραμε τα γατσούλια, θέλουν προσοχή γιατί κουβαλάνε και αχινόκοκκο. Εντάξει, οι μαγουλάδες δεν είναι και τίποτα φοβερό, αλλά το άσμα (άσθμα) θέλει προσοχή. Τα κούτσκα συχνά βγάζουνε και βριτσούλα, καθώς και διάφορες σπίθες και μπιμπίκια. Εκεί συνήθως βάζουμε μπλούτρα και αλοιφάδες. Τέλος, ένα παιδί κάποια στιγμή στο σχολείο ή και νωρίτερα θα λοβιάσει, μη σας πω θα βρυάξει στην ψείρα. Ευτυχώς δε χρησιμοποιείται πια η παλιά μέθοδος του μαντηλιού και του αεροζόλ!

Μια ειδική και συχνότατη κατηγορία προβλημάτων υγείας είναι οι βαρεσές και οι σκοτωσές. Αυτές περιγράφονται με μια κλίμακα βαρύτητας, όχι πάντα αξιόπιστη. Έτσι το χέρι π.χ του Μεγανησιώτη ασθενή μπορεί να είναι παρμένο ή ακόμα και κουταβέλα. Αν έχει φλεμονή ή πλεμονή ίσως να μην μπορείς καν να το γκιάξεις για να μη γκαρίξει ο ασθενής από τον πόνο. Σε ένα κάταμα βέβαια μπορεί να γίνει αρβάλια. Συνήθως αυτά συμβαίνουν από ένα σκροβόντισμα και πάλι καλά να λέμε άμα δε βαρέσει την καρκάλα ή τα μελίγγια του.

Μη φανταστείτε απ’ όλα αυτά ότι ο Μεγανησιώτης ασθενής κουβαλάει ούλες τις πληγές του Ιώβ! Υπάρχουν και πιο ήπια περιστατικά, ακόμα κι αν περιγράφονται κατά περίπτωση μελανά. Στη ζέστη ας πούμε μπορεί να του ’ρτει αφάνος. Ήπια δερματολογικά προβλήματα οδηγούν σε υποψία τριχοφάου ειδικά αν υπάρχει έντονη φαούρα. Τότε ο συντοπίτης μας γδέρνεται. Η στραβωμάρα (μυωπία) είναι κάτι κοινό, αλλά υπάρχουν και μερικοί γκαϊδοί. Μπορεί να φτέρνεται ή να έχει αναούλα, τα χείλια του να είναι δολωμένα ή να’ χει στο στόμα άφτες, να τον αγκελώνει ο λαιμός του ή να πετάξει γογγύλια (πρησμένοι αδένες), ακόμα και να βγάλει ένα βούλο. Αυτά όμως μπορεί εύκολα να τα γειάνει. Σε κάποιες περιπτώσεις τα προλαμβάνει με βατσίνα (από το vaccine, εννοώντας όλα τα εμβόλια), σε άλλες τα αντιμετωπίζει με ενέσες ή με σταγόνες (κολλύρια) και ούτω καθεξής. Εννοείται ότι πρώτα θα πάει στο γιατρό. Αυτός θα φορέσει τα χερόχτια του, θα τον ακουρμαστεί με το ακουστικό (στηθοσκόπιο), θα του πιάσει το πόνσο (σφυγμό) και αν δεν υπάρχει πρόβλημα με την ορτή (αορτή) θα δώσει τη θεραπεία που άλλοτε θα την παίρνει φαωμένος και άλλοτε αφάωτος. Όχι ασφαλώς εκειά που δίνανε στα παλιά τα χρόνια, κάτι αντεροφόρμια που ήτανε διαλούπια ή δροπίκια, αλλά καινούρια χαπάκια σε αλουμινένιο λισίδι ή και σε μποτίλια. Μόνο που μερικές φορές χρειάζονται καλό κουρτάλημα.

Η ανάρρωση τότε απέχει ένα μόνο βήμα, αυτό που απαιτεί την περιγραφική δεινότητα του Μεγανησιώτη ασθενή και τη συνδυαστική σκέψη του φαρμακοποιού, εν προκειμένω της αφεντιάς μου. Tο «βήξει» (Vicks) είναι βέβαια παιχνιδάκι. Το ίδιο και το «πυραβλέξ» (Pyralvex). Λίγο πιο στρυφνό το «μέντιουμ», οπότε σα σωστό μέντιουμ ρωτάς ποιο είναι το πρόβλημα και σιγουρεύεσαι (Immodium, για διάρροιες). Τα πραγματικά δύσκολα αρχίζουν όταν π.χ ο παππούς δε θυμάται ούτε το όνομα του φαρμάκου, ούτε έχει δείγμα, ούτε έχει βιβλιάριο μαζί του, ούτε ποιος γιατρός του το έδωσε, ούτε τι χρώμα έχει το χάπι ή το κουτί. Μια αχτίδα προβαίνει όταν ανακαλεί ότι το παίρνει για το ζάχαρο. Κάτι θυμάσαι κι εσύ, και ρωτάς :

-Ντιαμικρόν; (Diamicron)

– Τι μικρόνε μανούλα μου, οπού ‘με 85 χρονώνε;

Να’ χει την υγειά του, ο Μεγανησιώτης ασθενής είναι ανεξάντλητος!

Τόσο που ίσως να γράψω και τρίτο μέρος, αφού μόλις μου’ ρθε στο μυαλό η κολιάντσα!

Παναγιώτης Κονιδάρης

Φαρμακοποιός, συγγραφέας

Advertisements