Και ο αγώνας συνεχίζεται….

Κάθε σπιτικό είχε στο κατώι του τις καπάσες και αργότερα τα δεπόζιτα με το λάδι της χρονιάς.Στο νησί μας η καλλιέργεια του λαδιού ήταν βασικό στοιχείο της γεωργίας.Κι εδώ παρούσα η γυναίκα.Μπροστά ,αν ο αντρας έλειπε,ή δίπλα αν ο άντρας  ήταν ψαράς ,αγρότης,κτηνοτρόφος.Κοπιαστική δουλειά που απαιτούσε ολοχρονίς προσπάθεια.

Η ελιά ήθελε  σκάλισμα με το τσαπί, κλάδεμα , λίπασμα,ράντισμα,ρόγγισμα.

Κι όταν ερχόνταν η ώρα του μαζέματος νωρίς το πρωί , από κάθε πόρτα που άνοιγε έφευγαν νοικοκυραίοι για τις ελιές. Μπροστά ο άντρας με τις λούρες και πίσω οι γυναίκες με το σακούλι το φαγητό ,και στο κεφάλι τα σακιά και τα πανιά.

Υπήρχαν φορές που ο άντρας πήγαινε με το γαιδούρι και πίσω η γυναίκα  με τα πόδια φορτωμένη,αφού είχε ξυπνήσει νωρίς ,είχε ετοιμάσει το σπίτι  ,είχε μαγειρέψει και είχε κουβαλήσει και το νερό να πλυθούν  όταν γυρίσουν.

Αφού έσρτωνε τα λιόπανα η το δίχτυ αργότερα,ο άντρας τίναζε και εκείνη ζωσμένη στη μέση της το σακούλι μάζευε τον καρπό χωρίς να αφήσει ένα »κλωνί» να πάει χαμένο .Οταν τέλειωναν τις ανέμιζαν,τις σάκιαζαν και τις φόρτωναν στο γαιδαρο .Οσες περίσευαν τις φόρτωναν οι γυναίκες στο κεφάλι και λίγο πριν σουρουπώσει έπαιρναν το δρόμο του γυρισμού.

Κι όταν έφταναν σπίτι άδειαζαν τις ελιές στο λινό  κι αφού μάζευαν τη σοδειά  τις πήγαιναν στο λιτρουβειό ,τις έκαναν λάδι και γέμιζαν τις καπάσες τους.Καμιά φορά έπαιρναν και εργάτριες φτωχές κοπέλες από την ορεινή Λευκάδα ,που έμεναν μαζί τους ,και τις πλήρωναν με λάδι ,και κάποιες από αυτές ίσως έβρισκαν και την τύχη τους στο νησι.

Οι πιο πολλοί όμως ήταν μικρονοικοκυραίοι και μάζευαν τις ελιές με »παρακαλιά» με την βοήθεια των συγγενών τους δηλαδή.Το λάδι  γέμιζε το ροί για το μαγείρεμα,εμπαινε στο λυχνάρι που φώτιζε τα βράδυα,και στο καντήλι.Από το κατακάθι έφτιαχναν σαπούνι,μα πάνω από όλα ήταν η περιουσία τους και η ασφάλειά τους,που μετριόνταν σε βαρέλες.Στίς δύσκολες στιγμές ήταν το νόμισμα για το ξεπέρασμά τους,και στις χαούμενες με το λάδι αντιμετώπιζαν τα έξοδά τους.Για να εξασφαλίσουν την κόρη τους τις έδιναν προίκα πάντα κάποιο χωράφι με ελιές.

Και μετά στο αμπέλι,που η καλλιέργειά του ήταν μιά ακόμα επίπονη δουλειά για την γυναίκα.

Από το φύτεμα  μέχρι τον τρύγο.Από το κουβάλημα της κόφας στο σπίτι μέχρι το πάτημα των σταφυλιών στο πατητήρι.Από την παρασκευή του κρασιού μέχρι τηνεπεξεργασία του μούστου.Εάν το κρασί ξίνιζε το έκαναν ξύδι που ήταν επίσης πολύ χρήσιμο.Μαζί με το λάδι ήταν και πολύ καλό φάρμακο σε πολλές περιπτώσεις.

Υπόχρέωση είχαν όμως να  »ντύσουν» και το σπίτι .Ολα τα είδη των υφασμάτων και για κάθε χρήση ,ήταν χειροποίητα.Από μικρά κορίτσια ετοίμαζαν την προίκα τους η οποία περιλάμβανε από τον ρουχισμό του σπιτιού μέχρι και τα  ρούχα που φορούσαν καμιά φορά.

Η Μεγανησιώτισσα ήταν ξεχωριστή υφάντρα,κεντίστρα, ράφτρα.Οταν τέλειωνε τις εξωτερικές δουλειές έπιανε τον αργαλειό ,το καρσάνικο,το ασπροκέντι η το αγγερίδι και τις βελόνες και έφτιαχνε αριστουργήματα.Πρώτη ύλη το μαλλί και το λινάρι.Ολη η διαδικασία παραγωγής πέρναγε αποκλειστικά και μόνο από τα χέρια της γυναίκας.Από τα μαλλιά που έπρεπε να πλυθούν   στην βλύχα  για να καθαριστούν καλά από τον πίνο.Το ξάσιμο,για να φύγουν τα τριβόλια ,και ύστερα οι τουλούπες που έπρεπε να κάνει με αυτό για να το βάλει στη ρόκα να το γνέσει.Να το κάνει νήμα χονρτρό η ψιλό ανάλογα με την χρήση.Ακόμα κι όταν περπατούσε έγνεθε.

Τύλιγε στο αδράχτι το νήμα της  και έκανε ματσέτες με το τυλιγάδι.Κι όταν δεν είχε χρησιμοποιούσε το δάχτυλο του ποδιού της.Εβαφε το γνέμα  με μια εξίσου κουραστική διαδικασία ,και ήταν έτοιμο για τον αργαλειό.

Επίσης έπλεκαν με αυτό κάλτσες ,ζιλέδες,φανέλες ,για όλη την οικογένεια.

Και γέμιζαν τα στρώματα και τα μαξιλάρια του γάμου.

Ο αργαλειός ήταν στημένος πάντα κάτω από το παράθυρο για να υπάρχει φώς.Για να λειτουργήσει όμως ο αργαλειός απαραίτητη προυπόθεση ήταν το διασίδι.Μια κουραστική και χρονοβόρα διαδίκασία.Σε έναν ανοιχτό χώρο  3-4 γυναίκες άπλωναν το στημόνι,και το μάζευαν στο αντί.Με το πάτημα του ποδαριού οι κλωστές πλέκονταν και η υφάντρα άρχιζε το έργο της. Οι γυναίκες έφτιαχναν από ασπρόρουχα και βαμβακερά όπως μεσσάλια,μπόλιες,προσκέφαλα,ντεμέλες,μαλινοσέντονα,κουρτίνες,πάντες,φίντες και γύρους,  μέχρι χοντρόρουχα.Μεντανίες,απλάδια,βελέτζες,καρπέτες,κουρελούδες,σαγίσματα και σακούλια.Επιστατεύοντας την φαντασία τους έφτιαχναν αριστουργήματα,Τα σχέδια ήταν μοναδικά,εμπνευσμένα από παραστάσεις της ίδιας της ζωής τους και την φύση .Δέντρα ,πουλιά, χορούς, καράβια,νύφες,σπιτάκια κ.α. Και τα χρώματα που χρησιμοποιούσαν ήταν γλυκά, κόκκινο,πράσινο.γαλάζιο.άσπρο. Οταν το λιγάτο ήταν έτοιμο περίτεχνα διπλωμένα τα ρουχα έμπαιναν στο οίκο .Εκεί περίμεναν την ώρα που η κόρη θα έπαιρνε την προίκα της στο νέο σπίτι και τότε ο οίκος άδειαζε και χαμήλωνε.Δεν ήταν τυχαίο που όταν κάποιος όταν ήθελε να πει ότι έχει 3 κορίτσια έλεγε »έχω 3 λιγάτα». Ολα τα ασπρόρουχα φιάχνονταν με στο χέρι.Κεντημένα με την μηχανή η με το βελόνι,με τα μέρλα η τα καμούφα, και τις τις φρατζέτες.Συχνά  υπήρχαν πάνω ημερομηνίες ,  ή ευχές.Δείγμα ο χαρακτηριστικός καθρέφτης με το »Καλημέρα» που υπάρχει σε όλα σχεδόν τα σπίτια μέχρι και σήμερα.

Το λινάρι ήταν επίσης ένα υλικό που απαιτούσε μια ειδική και επίσης κοπιαστική επεξεργασία.Το έσπερναν το θέριζαν,το έδεναν χερόβολα το μούλιαζαν στη θάλασσα για να μαλακώσει.Με τον μάγγανο τσάκιζαν το καλάμι ανεβοκατεβάζοντας συνεχώς την λαβή.Με τον σκουλοκόπανο κοπάνιζαν πάλι το μαγγανισμένο λινάρι ,και με την χτένα έδιωχναν όλα τα σκληρά μέρη του και έμενε το απαλό που γνέθονταν με την κατάλληλη ρόκα.Το έστιβαν και το έκαναν  ένα ανθεκτικό υλικό.Με τα σκληρά μέρη γέμιζαν τα προσκέφαλα που έβαζαν καταγής.

Η μονάδική αντάμωση των γυναικών ήταν όταν μαζεύονταν στο αντιλιακό  η κάθε μια με το εργόχειρό της και κένταγαν παρέα.Αυτός ήταν ο καφές τους ,η έξοδός τους,η βόλτα τους,Εκεί άδειαζε λίγο το μυαλό τους από τα βάσανα και χαλάρωναν δημιουργώντας.Τραγουδούσαν ,κουβέντιαζαν ,κουτσομπόλευαν .Μάλλον ήταν και ένα είδος ψυχοθεραπείας γιατί παρόλη την κούρασή τους τα πρόσωπά τους ήταν πάντα τόσο ήρεμα και γλυκά!

Η Μεγανησιώτισσα όμως πάνω από όλα ήταν και άψογη νοικοκυρά.Τέλεια μαγείρισσα,φρόντιζε να εφευρίσκει τρόπους για να αυγατήσει το φαί μιας και στα περισσότερα σπίτια δεν υπήρχε η αφθονία των υλικών.Το αλεύρι ,απο σιτάρι η καλαμπόκι,το έβαζε σε πολλές συνταγές.Εφτιαχνε τηγανόψωμα,μπομπότα,μπιρμπιλόνια, μπαζίνα ,κουρκούτι και κουλούρα.Το ξερό ψωμί δεν το πέταγε ποτέ. Το έκανε ριγανάδα,και τα κρύα βράδυα το έπρωνε στη φωτιά, το μαλάκωνε στο κρασί και το έκανε ζούπα.Τα λάχανα ήταν σχεδόν σε καθημερινή βάση στο »μενού» της.Επιναν το ζουμί με λεμόνι από την λεμονιά του κήπου,τα έκανε τσιγαρίδια,η τα έφτιαχνε λαχανόπιτα.Στο κήπο της φρόντιζε να έχει πάντα λίγα κηπευτικά ,ιδίως αγγινάρες ,κουκιά, που δεν ήθελαν πολύ πότισμα,αλλά και κολοκυθάκια,βελονάκια, πατάτες ντομάτες και μυρωδικά.Σκόδο και κρεμύδι.Ετσι με τέχνη έφτιαχναν μπριάμ,κολοκυθόπιτες,πατάτες γιαχνί,αγγιναροκούκια κ.α.Τα όσπρια τα συνόδευε με ρέγγα η ελιές.Και το ρύζι για να αβγατίσει το έκανε μανέστρα,το άλεθε και τάιζε τα παιδιά και έκανε και λαδόσουπα για τον άρρωστο.

Το κρέας που ήταν συνήθως πρόβειο η γίδινο το έτρωγαν αυτοί που είχαν τον τρόπο τους κάθε Κυριακή.Οι μη έχοντες έτρωγαν δύο φορες το μήνα με μικρές εξαιρέσεις για τα παιδιά τους.Κι εκεί η γυναίκα με μαεστρία έφτιαχνε συνταγές που αβγάτιζαν  για να φτάσει για  όλη την οικογένεια.Το ψάρι που ήταν εύκολο υπήρχε συχνότερα στο τραπέζι.Τα λιανόψαρα τα τηγάνιζαν τα μεγάλα ψάρια –παλαμίδι-τα έβαζαν στο φούρνο και τα μαριδάκια τα έφτιαχναν ψαρόπιτα.Τογάλα το είχαν από τα ζώα,κι όσες δεν είχαν το αγόραζαν.Το έβραζαν και το έδιναν στα παιδια με μπόλικο ψωμί μέσα.Πολύ θρεπτικό ήταν και το πρωτόγαλα από τα ζώα το οποίο το εψηναν μέσα σε φύλλα κουτσούνας το έπιζαν και έφτιαχναν το κουρφούγγι.Το τυρί το εισέπραταν καμιά φορά και ως μίσθωμα για τα χωράφια τους από τους τσελιγκάδες που τα βόσκαγαν.Ηταν πάντα αλμυρό γιατί μόνο με πολύ αλάτι μπορούσαν να το διατηρήσουν για καιρό. Δεν της έλειπαν όμως και τα καλούδια.Πάντα υπήρχε κάτι για να τρατάρει το μουσαφίρη.Κονιάκ,κρασί,και γυναικείο,καθώς και γλυκά του κουταλιού που έφτιαχνε η ίδια από τα φρούτα που υπήρχαν σε κάθε σπιτικό.Σταφύλια,μπουρνέλες, σύκα,αχλάδια,ρόδια σκάμνα,και κυδώνια.

Τις  περισσότερες φορές  οι οικογένειες  ήταν πολυμελής .Η κάθε γυναίκα αποκτούσε  όσα παιδια »της έδεινε ο Θεός».Κάτω από αντίξοες συνθήκες γεννούσε ,θήλαζε,μεγάλωνε τα παιδιά της.Χωρίς βοήθεια πολλές φορές,και χωρίς ανέσεις. Τα κοίμιζε στο ξύλινο σκαφίδι κι όταν μεγάλωναν τους έστρωνε στρωματσάδα  στο πάτωμα.

Το σπίτι της όμως έλαμπε από πάστρα.Τα κρεβάτια στρωμένα,η κουζίνα με τα σιγύρια της λαμπίκο,η γωνιά της έτοιμη,και η αυλή ασπρισμένη.Τα χαλκώματα καλατζισμένα ,και το λυχνάρι έτοιμο για άναμα το βράδυ.

Και στην δουλειά του άντρα μαζί,σύντροφος, βοηθός ,και κουβαλήτρια.Στο κεφάλι τις κόφες με τα ψάρια ,τα εμπορεύματα,τα τελάρα.Στο καίκι μαζί ,στο μαγαζί, στο χωράφι.Σιωπηλή και υπάκουη,δούλα και κυρά.

Κι εμείς ως απόγονοι της Μεγανησιώτισσας ας παραδειγματιστούμε από  αυτήν.Το ήθος ,τις αντοχές,τις αρχές και την δύναμή της.Πιστεύω ότι η Γιορτή της Γυναίκας  δικαιωματικά της ανήκει.Την αφιερώνουμε με αγάπη και ευγνωμοσύνη.Σε εκείνες που έχουν φύγει  και μας έχουν διδάξει και σε αυτές που υπάρχουν ακόμα και συνεχίζουν.

Εύχομαι  σε όλες τις γυναίκες όλων των εποχών ,όπου και να ζουν,  χρόνια πολλά  και να έχουν υπομονή και αντοχή.

Το έργο τους  παραμένει ακόμα δύσκολο.Οσες ανέσεις και να έχουν τώρα πια.

Γιατί κανένα κουμπί δεν μεγαλώνει ανθρώπους και δεν κρατάει οικογένειες.

Advertisements