Λόγω του θορύβου που προκλήθηκε τις τελευταίες ημέρες στους κόλπους της τοπικής μας Εκκλησίας, με αφορμή μια προσωπική, υπηρεσιακή υπόθεση του κληρικού της Ιεράς Μητροπόλεώς μας, π. Νικηφόρου Ασπρογέρακα, εφημερίου του Ιερού Ναού Παμμεγίστων Ταξιαρχών Σπανοχωρίου Λευκάδος και ηγουμένου της Ιεράς Μονής Φανερωμένης Λευκάδος, επιθυμούμε να διευκρινίσουμε τα εξής: Επί μία διετία, από της εκλογής και ενθρονίσεως του συμπατριώτου μας (από τον Κάλαμο Λευκάδος), Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λευκάδος και Ιθάκης κ. Θεοφίλου συντηρείται μία ατμόσφαιρα ψιθύρων και υπόκωφης εντάσεως μεταξύ των μελών της τοπικής μας Εκκλησίας, που σκοπό έχει να τραυματίσει την ενότητά της και να πλήξει το κύρος του πνευματικού μας πατέρα, τον οποίον η Αγία και Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος εν Αγίω Πνεύματι ανέδειξε, για να ποιμάνει τον λαό του Θεού, που παροικεί στη Λευκάδα και στην Ιθάκη.

Το απαράδεκτο αυτό κλίμα υποδαυλίζεται με τη διασπορά ανυπόστατων φημών και δήθεν «ειδήσεων» γύρω από τον τρόπο λειτουργίας της Ιεράς Μητροπόλεως, θίγοντας με τρόπο ψευδή και αήθη ανύπαρκτα ζητήματα ήθους, διαφάνειας κ.ά. Η πηγή και ο τρόπος αναπαραγωγής αυτών των δήθεν «ειδήσεων» είναι, βεβαίως, γνωστά και στους αποδέκτες της (παρα)πληροφόρησης και στην Ιερά Μητρόπολη, που έχει έγκυρη γνώση πάντων. Η Ιερά Μητρόπολη και ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας προσωπικά επέλεξε καθ’ όλο αυτό το μακρό διάστημα την οδό της σιωπής και της καρτερίας, παρόλο που κάθε εβδομάδα σχεδόν ελάμβανε αφορμές από δημοσιεύματα στον τοπικό Τύπο, αναρτήσεις σε ιστολόγια, ενέργειες μεμονωμένων προσώπων ή από πράξεις και συμπεριφορές προσώπων που διεκδικούσαν και διεκδικούν μέχρι σήμερα να εκφράζουν την τοπική Εκκλησία μόνοι αυτοί –και πάντως επ’ ουδενί ο Επίσκοπος, η ορατή κεφαλή Της κατά την Εκκλησιολογία και τους ιερούς Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά και τους Νόμους της Ελληνικής Πολιτείας. Η σιωπή όμως αυτή εξελήφθη, φαίνεται, ως αδυναμία, αντί να εκτιμηθεί ως στάση σώφρων και συνετή, που σκοπό είχε να οικοδομήσει και να μην σκανδαλίσει τους πιστούς, τραυματίζοντας το Σώμα της Εκκλησίας με αχρείαστες εντάσεις.

Κυρίαρχη «είδηση» σε αυτό το όργιο παραπληροφόρησης, «είδηση» που ανησυχεί τις συνειδήσεις των πιστών Λευκαδίων, ήταν ότι: «Ο Μητροπολίτης Θεόφιλος διώχνει από το μοναστήρι της Φανερωμένης τον ηγούμενο Νικηφόρο». Κάθε φορά που ο Μητροπολίτης επιχειρεί να ασκήσει τις νόμιμες και κανονικές αρμοδιότητές του επί της Ιεράς Μονής Φανερωμένης, ένα ολόκληρο δίκτυο τηλεφωνημάτων, αναρτήσεων σε ιστοτόπους κτλ. οργανώνεται για να αναστατώσει φιλήσυχους, κατά τα άλλα, ανθρώπους, παρουσιάζοντας το άσπρο, μαύρο. Η πραγματικότητα είναι όμως διαφορετική! Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Θεόφιλος ουδέποτε θέλησε ούτε και τώρα επιθυμεί –παρά τα όσα έχουν μεσολαβήσει- να «διώξει» ή να «εξαναγκάσει σε φυγή» τον ιερομόναχο π. Νικηφόρο Ασπρογέρακα, ηγούμενο της Ι. Μονής Φανερωμένης και την περί αυτόν συνοδεία, πέραν των άλλων, διότι αναγνωρίζει και εκτιμά την πολυχρόνια προσφορά του στην Ιερά Μονή και γενικά στον χώρο της τοπικής Εκκλησίας.

Εκείνο που είναι υποχρεωμένος από τους ιερούς κανόνες και την κείμενη νομοθεσία να απαιτεί είναι να γίνεται σεβαστός ο θεσμός και ο ρόλος του Επισκόπου στον χώρο της Εκκλησίας, χωρίς να παρεμποδίζεται στην άσκηση των νόμιμων και κανονικών αρμοδιοτήτων του. Όπως είναι γνωστό, η Ορθόδοξη Εκκλησία διέπεται πρωτίστως από το Κανονικό της Δίκαιο που θεσπίζει την ιεραρχική της δομή. Δεν λειτουργεί όπως οι κομματικοί μηχανισμοί ή οι εταιρείες, όπου ο καθένας έχει ένα μερίδιο εξουσίας, ιδιοκτησίας ή επιρροής.

«Εις τύπον και τόπον Χριστού», ορατή κεφαλή Της, ίσταται ο Επίσκοπος. Ακολουθούν ιεραρχικά οι πρεσβύτεροι, έγγαμοι και άγαμοι, δηλαδή μοναχοί και οικογενειάρχες, οι οποίοι οφείλουν να είναι συναρμοσμένοι με τον Επίσκοπο «ως χορδαί κιθάρα», υπακούοντας εις αυτόν. Δεν μπορεί ο κάθε κληρικός ή μοναχός να δημιουργεί προσωπικούς οπαδούς, αντί πιστά μέλη του Σώματος του Χριστού.

Δεν μπορεί να δείχνει, αντί τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, το δικό του δάχτυλο. Δεν μπορεί αντί να οικοδομεί την Εκκλησία ως πιστεύουσα, λατρεύουσα και ζώσα κοινότητα πιστών εν Χριστώ να δημιουργεί τη δική του ομάδα ή σέχτα αφοσιωμένων και κατευθυνόμενων οπαδών. Διαφορετικά, δε μιλάμε για Εκκλησία Ορθόδοξη, αλλά για προτεσταντικές παραφυάδες. Ακριβώς η υπακοή στον Επίσκοπο –όπως και εκείνος με την σειρά του υπακούει στην Ιερά Σύνοδο- διασφαλίζει την ενότητα με το Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, η οποία είναι μία και αδιαίρετος. Από τον κανόνα αυτόν δεν εξαιρούνται οι Ιερές Μονές, οι ιερομόναχοι και οι μοναχοί.

Κάθε ηγούμενος Μονής είναι ιερομόναχος, φέρει δηλαδή εκτός από το μοναχικό σχήμα και τον ιερατικό βαθμό του Πρεσβυτέρου. Όπως και οι λοιποί μοναχοί, επέλεξε να ακολουθήσει την οδό της μοναχικής αφοσιώσεως για τη θέωση και τον αγιασμό του, δίνοντας τις τρεις μοναχικές υποσχέσεις ενώπιον Θεού και ανθρώπων κατά την μοναχική του κουρά: παρθενία, ακτημοσύνη, ΥΠΑΚΟΗ.

Αντίστοιχα, οι υπόλοιποι πιστοί επιλέγουν να αγιασθούν μέσω του ευλογημένου γάμου, χωρίς να υστερούν απολύτως σε τίποτε. Ακόμη και στις Σταυροπηγιακές Ι. Μονές, αυτές δηλ. που δεν υπάγονται στην κανονική δικαιοδοσία του επιχωρίου Επισκόπου, η αδελφότητα δεν είναι ακέφαλη, αλλά ως Επίσκοπο έχει τον Πατριάρχη ή την Ι. Σύνοδο, ακριβώς διότι χωρίς Επίσκοπο δεν υφίσταται κανονική Ορθόδοξη Εκκλησία. «Όπου ο Επίσκοπος, εκεί και η Εκκλησία». Η Ιερά Μονή Φανερωμένης όμως δεν είναι Σταυροπήγιο, για να μην ελέγχεται από τον οικείο Επίσκοπο. Υπάγεται στην κανονική αρμοδιότητά του. Οι μοναχοί της οφείλουν να μνημονεύουν το όνομά του στις ι. ακολουθίες, να λαμβάνουν την ευλογία και την έγκρισή του για την εισδοχή δοκίμων μοναχών ή την τέλεση κάθε μοναχικής κουράς, να λαμβάνουν την ευλογία και την άδεια του Επισκόπου για την εκλογή νέου Ηγουμένου και ηγουμενοσυμβούλων, να αιτούνται και να λαμβάνουν την κεκανονισμένη άδεια απουσίας, έστω και προφορικά και, τέλος, να δέχονται τον έλεγχο νομιμότητος της οικονομικής διαχειρίσεως. Ακόμη μεγαλύτερη υποχρέωση υπακοής στον Επίσκοπο (και διοικητικής φύσεως, όχι μόνο πνευματικής) έχουν οι ιερομόναχοι που είναι διορισμένοι σε εφημεριακές θέσεις, όπως είναι ο π. Νικηφόρος Ασπρογέρακας διορισμένος στον Ενοριακό Ιερό Ναό Ταξιαρχών Σπανοχωρίου (από τον οποίο έχει αποσπασθεί στην Ι. Μονή Φανερωμένης), προκειμένου να μπορεί να μισθοδοτείται κάθε μήνα από το Ελληνικό Δημόσιο, όπως κατά κανόνα και οι λοιποί κληρικοί της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Από τις πρώτες ημέρες της ενθρονίσεώς του, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας συνάντησε ένα εχθρικό κλίμα, ακόμη και μέσα στους χώρους της Ιεράς Μονής, το οποίο συντηρούσαν και πρόσωπα άσχετα με την αδελφότητα αυτής, με προσωπικές φραστικές επιθέσεις στον Επίσκοπο και σε άλλους κληρικούς.

Αντίθετα, οι απλοί μοναχοί δεν μισθοδοτούνται. Πριν ακόμη ενημερωθεί για τα θέματα της Ιεράς μας Μητροπόλεως, ο Σεβασμιώτατος αντιμετώπισε την επίμονη και εκβιαστική απαίτηση του ηγουμένου της Ι. Μονής, π. Νικηφόρου και των περί αυτόν τεσσάρων αδελφών της Ι. Μονής να προωθηθεί άμεσα στην Ιερά Σύνοδο προς έγκρισιν Κανονισμός της Ι. Μονής, τον οποίον είχαν συντάξει και να διεξαχθούν εκλογές για την ανάδειξή του ιδίου ως ισοβίου Ηγουμένου και ηγουμενοσυμβούλων εκ των εγκαταβιούντων μοναχών. Ο Σεβασμιώτατος ουδέποτε αρνήθηκε να συζητήσει θέμα Κανονισμού και εκλογών, μέχρι και σήμερα.

Το ζήτημα πάντως δεν μπορεί να τίθεται με εκβιαστικό και πραξικοπηματικό τρόπο και πάντως, όχι πριν ολοκληρωθεί ο έλεγχος της οικονομικής διαχειρίσεως της Ι. Μονής τα τελευταία χρόνια από ορκωτούς ελεγκτές. Άλλωστε, ως προσφάτως αναλαβών το ποιμαντορικό του έργο, είχε υποχρέωση να γνωρίζει την οικονομική κατάσταση όλων των Ι. Μονών και Ι. Ναών της Επαρχίας του. Η αποστολή Επιθεωρητών ζητήθηκε από την Ι. Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπως και για το Νομικό Πρόσωπο της Ι. Μητροπόλεως, για άλλους Ι. Ναούς και για την Ι. Μονή Καθαρών Ιθάκης, προκειμένου να μη δοθεί επ’ ουδενί η εντύπωση ότι ο νέος Επίσκοπος προτίθεται να καλύψει οποιαδήποτε παρανομία ή παρατυπία.

Ο έλεγχος από την Οικονομική Επιθεώρηση της Ι. Συνόδου ολοκληρώθηκε τον παρελθόντα Φεβρουάριο και τα πορίσματα, τα οποία αναφέρουν σειρά παρανομιών και παρατυπιών, έχουν διαβιβασθεί ήδη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Λευκάδος για να διερευνήσει την ύπαρξη τυχόν ποινικών ευθυνών, καθώς και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, για να διαπιστώσει μήπως τυχόν υπάρχουν οικονομικά ποσά προς καταλογισμό σε πρόσωπα. Αυτά, χωρίς την πρόθεση να στιγματισθεί κάποιος, αλλά προκειμένου να διερευνηθεί εις βάθος η αλήθεια, με την ελπίδα ότι πράγματι δεν υφίσταται το παραμικρό ζήτημα στην οικονομική διαχείριση της Ι. Μονής Φανερωμένης και να συνεχιστεί πλέον το έργο απρόσκοπτα..

Άλλη ανακρίβεια που διαδίδεται είναι ότι «ο Δεσπότης θέλει να βάλει χέρι στο παγκάρι της Μονής και γι’ αυτό αφαιρεί τη διαχείριση από τον Ηγούμενο και διορίζει εγγάμους ιερείς στην Επιτροπή». Όμως ο νέος Μητροπολίτης δε θέλησε να αλλάξει τίποτε απολύτως στον τρόπο διοίκησης και διαχείρισης της Ι. Μονής.

Αντιθέτως, επιθυμεί η Μονή να εξακολουθήσει να διοικείται όπως ακριβώς επί είκοσι χρόνια, με Μητροπολίτη τον μακαριστό π. Νικηφόρο και ηγούμενο τον π. Νικηφόρο Ασπρογέρακα, μέχρι την ολοκλήρωση των ελέγχων αφ’ ενός και την αποκατάσταση της εν υπακοή κανονικής σχέσης των εγκαταβιούντων μοναχών με τον Επίσκοπο αφ’ ετέρου.

Πώς δηλαδή; Με Ηγούμενο και Πρόεδρο του Ηγουμενοσυμβουλίου – Διαχειριστικής Επιτροπής τον π. Νικηφόρο Ασπρογέρακα και μέλη δύο εγγάμους ιερείς, όπως είχε συγκροτηθεί η Επιτροπή τον Ιανουάριο του 1990 με Πράξη του αειμνήστου Μητροπολίτου Νικηφόρου. Όταν τον παρελθόντα Φεβρουάριο παραιτήθηκαν οι δύο εν λόγω ιερείς –ο ένας λόγω γήρατος και για λόγους υγείας και ο έτερος, διότι ουδέποτε εκλήθησαν να είναι παρόντες στην καταμέτρηση των εσόδων της Μονής και να έχει κλειδί του κυτίου, παρά την περί του αντιθέτου εγκύκλιο του Σεβασμιωτάτου κ. Θεοφίλου- ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης τους αντικατέστησε με δύο άλλους εγγάμους ιερείς. Όρισε ακόμη να κλειδώνουν τα παγκάρια της Μονής με τρία διαφορετικά κλειδιά, όπως είχε δώσει εντολή ενάμιση χρόνο πριν για όλους ανεξαιρέτως τους Ι. Ναούς, χωρίς να εφαρμοσθεί το μέτρο αυτό μέχρι τότε στη μεγαλύτερη οικονομική διαχείριση της μητροπολιτικής μας περιφερείας, την της Ι. Μονής Φανερωμένης. Από τα τρία κλειδιά, το ένα θα κρατάει ο π. Νικηφόρος Ασπρογέρακας ως Ηγούμενος και Πρόεδρος της Διαχειριστικής Επιτροπής και τα άλλα δύο θα τα κατέχουν τα λοιπά μέλη της Επιτροπής.

Για να καταμετρηθεί, λοιπόν, το προϊόν του κυτίου, θα πρέπει να συναντιώνται και τα 3 μέλη της Επιτροπής, φέροντας από κοινού την ευθύνη, ώστε να μη δημιουργούνται υπόνοιες κακοδιαχείρισης για κανέναν εξ αυτών. Ακολούθως, να συντάσσεται πρακτικό καταμετρήσεως και να κατατίθεται το ποσόν σε τραπεζικό λογαριασμό, επ’ ονόματι της Ιεράς Μονής, κάτι που δε συμβαίνει σήμερα, όπως ακριβώς γίνεται σε όλα τα ιερά προσκυνήματα (λ.χ. Ιερά Μονή Οσίου Γερασίμου του εν Κεφαλληνία). Να τονίσουμε ακόμη ότι ασφαλώς και θα πρέπει η Ιερά Μονή να συνεχίζει με αμείωτη ένταση την φιλανθρωπική της προσφορά προς τους έχοντες ανάγκη, οι οποίοι όμως θα υπογράφουν και τις αναγκαίες αποδείξεις πληρωμής, διότι τα χρηματικά βοηθήματα που χορηγούνται από τις Ι. Μονές ή τους Ι.Ναούς είναι χρήματα δημόσια, δεν προέρχονται από την τσέπη κανενός (ειδικά οι μοναχοί δεν δικαιούνται να έχουν ατομική περιουσία), αλλά τα ιερά αυτά καθιδρύματα ως Ν.Π.Δ.Δ. υπάγονται στις διατάξεις «περί δημοσίου λογιστικού».

Κάθε λογικός και σώφρων άνθρωπος, χωρίς παρωπίδες, δε βλέπει ότι έτσι διασφαλίζεται η διαφάνεια στην καταγραφή των πραγματικών εσόδων; Δεν είναι διασφάλιση για τον ίδιο τον Ηγούμενο και τους αδελφούς της Μονής η ύπαρξη κλειδιών των παγκαρίων σε ανθρώπους εκτός της Ι. Μονής, ώστε να μη βρεθεί κάποιος κακοπροαίρετος να τους κατηγορήσει;

Και, τελοσπάντων, δεν είναι καλό για τον πιστό λαό της Λευκάδος και των γύρω περιοχών, που ενισχύει με τον οβολό του και στολίζει το μοναστήρι της Κυράς και πολιούχου του νησιού, Παναγίας της Φανερωμένης, το σημαντικότερο και ιερότερο προσκύνημα των απανταχού Λευκαδίων, να γνωρίζει πόσα ακριβώς είναι τα έσοδα και πώς διατίθενται; Διαφάνεια, λοιπόν, επιδιώκει ο Επίσκοπος, χωρίς να αναμειγνύεται στα οικονομικά της Ι. Μονής, και τίποτε περισσότερο! Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψεύδος από το ότι «κάθε χρόνο η Μονή δίνει δεκάδες χιλιάδες ευρώ στο Δεσπότη» -διότι δυστυχώς ακούγεται και αυτό. Όπως όλοι οι ενοριακοί Ι. Ναοί και οι Ι. Μονές κάθε Ι. Μητροπόλεως, ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες, έτσι και η Ιερά Μονή Φανερωμένης προσφέρει τα ανάλογα χρηματικά ποσά για το πνευματικό και το κοινωνικό έργο της Ι. Μητροπόλεως (Κατασκηνώσεις, Σχολή Βυζαντινής Μουσικής κτλ.), λαμβάνοντας πάντοτε τις νόμιμες αποδείξεις από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ι. Μητροπόλεως και ποτέ δεν συναλλάσσεται με τον Επίσκοπο προσωπικά –πολλώ δε μάλλον, «κάτω από το τραπέζι».

Κάθε αντίθετος ισχυρισμός είναι κοινή συκοφαντία! Τα χρήματα δε αυτά δεν αποδίδονται από την τσέπη κανενός μοναχού (αφού ως ακτήμονες δεν πρέπει να έχουν ατομική περιουσία), αλλά από το Ταμείο της Ι.

Μονής, το οποίο ο πιστός λαός ενισχύει από το υστέρημά του, ακριβώς για να γίνεται έργο κοινωφελές και να επιστρέφουν έτσι σε αυτόν! Αντί της υπακοής όμως προς τον Επίσκοπο και της συνεννόησης, ο Ηγούμενος και τέσσερις ακόμη εκ των εννέα αδελφών της Ι. Μονής διεξήγαγαν μέσα στην παρελθούσα Μεγάλη Τεσσαρακοστή εκλογές για την ανάδειξη αιρετού Ηγουμένου και ηγουμενοσυμβουλίου, παρά την –προσωρινώς, όπως εξηγήσαμε- αντίθετη εντολή του Μητροπολίτου και χωρίς να έχει ανακληθεί ο διορισμός των μελών της προηγούμενης Επιτροπής – Ηγουμενοσυμβουλίου, ούτε να έχει παραιτηθεί ο Ηγούμενος από την προεδρία αυτής.

Εμφανίζεται έτσι ένα δήθεν εκλεγμένο «ηγουμενοσυμβούλιο» ως το νόμιμο όργανο διοικήσεως της Ι. Μονής. Ας είναι όμως γνωστό σε όλους ότι το μόνο όργανο που αναγνωρίζει –άχρι καιρού- η Ιερά Μητρόπολη ως νόμιμο και κανονικό για τη διοίκηση της Ι. Μονής είναι η τριμελής Επιτροπή, που έχει Πρόεδρό της τον ιερομόναχο π. Νικηφόρο Ασπρογέρακα, Ηγούμενο της Μονής και μέλη τους Αιδεσιμολογιωτάτους: Πρωτοπρεσβύτερο π. Ευάγγελο Αρώνη, Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο της Ι. Μητροπόλεως και Οικονόμο π. Πανογιώργο Κτενά. Μάλιστα, ο Ηγούμενος προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας επιχειρώντας να αναγνωρισθούν οι πράξεις του «ηγουμενοσυμβουλίου», αν και γνωρίζει ότι η Εκκλησία δε διοικείται μόνο βάσει των Νόμων της Πολιτείας.

Ο Μητροπολίτης όμως, καίτοι προκλήθηκε, δεν έδωσε συνέχεια στην υπόθεση. Είχε προηγηθεί, ως γνωστόν, τον Μάιο 2009, δημόσια ομιλία του ιερομονάχου π. Νικηφόρου Ασπρογέρακα από την Ωραία Πύλη του Καθολικού της Ι. Μονής, εν ώρα Θείας Λειτουργίας, ενώπιον του εκκλησιάσματος και του τοπικού τηλεοπτικού σταθμού, διά της οποίας παρακινούσε κατ’ ουσίαν τον ευσεβή λαό σε εχθροπάθεια και στάση κατά του Επισκόπου και πνευματικού του πατέρα.

Παρά την εκτροπή αυτή, καίτοι ήταν ανεπαρκέστατες οι εξηγήσεις που έδωσε ο Ηγούμενος, ο Επίσκοπος δεν έδωσε περαιτέρω συνέχεια, ομονοών χάριν της Εκκλησίας. Ομοίως έθεσε στο αρχείο, χωρίς να της δώσει συνέχεια, την υπόθεση της βαπτίσεως ενός Ινδού, Σιχ το θρήσκευμα, στην Ιερά Μονή Φανερωμένης, χωρίς να έχει ζητηθεί άδεια από τον Μητροπολίτη, όπως οι ι. κανόνες προβλέπουν, χωρίς να του ζητηθεί αυτός να ορίσει κατηχητή, όπως έχει δοθεί οδηγία σε ιερατική σύναξη και πράττουν και οι λοιποί κληρικοί, αλλά και χωρίς την σύμπραξη αναδόχου (νονού)! Ομοίως δεν έδωσε συνέχεια στην υπόθεση παράτυπης και παράνομης εγγραφής μοναχού από την Ι. Μονή Κουτλουμουσίου Αγίου Όρους στο μοναχολόγιο της Ιεράς Μονής Φανερωμένης, χωρίς προηγουμένως να έχει ληφθεί απολυτήριο από την Ι. Μονή της μετανοίας του, παρά μόνο με μια απλή βεβαίωση! Ομοίως, κωφεύοντας σε δημοσιεύματα φίλα προσκείμενης σήμερα προς την Ι. Μονή τοπικής εφημερίδας, δεν έδωσε συνέχεια στην υπόθεση υπεξαίρεσης χρημάτων από το Σωματείων Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες «Η Ελπίδα», για την οποία κατηγορείται μοναχός της Ιεράς Μονής Φανερωμένης, ταμίας τότε του Σωματείου, παρόλο που έλαβε παραπλανητική ενημέρωση από τον ίδιο ότι δεν υφίσταται ποινικό ζήτημα, ενώ η υπόθεση βρισκόταν ακόμη στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης ακόμη από τα αρμόδια ποινικά δικαστήρια. Ομοίως δεν έδωσε συνέχεια σε δελτία τύπου και ενυπόγραφα δημοσιεύματα του νεοπαγούς Συλλόγου «Οι Φίλοι της Ιεράς Μονής Φανερωμένης Λευκάδος» ή μελών του, στρεφόμενα με διάφορες αφορμές κατά του Μητροπολίτου, διασπείροντας ψευδείς ειδήσεις ή εμφανίζοντας μονόπλευρα την αλήθεια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η κατηγορία ότι ο Μητροπολίτης δεν έδωσε άδεια, παρά μόνο για δύο ημέρες, στον π. Νικηφόρο, για να συνοδέψει τριήμερη εκδρομή του Σωματείου στον περίπλου του Αγίου Όρους.

Εν πρώτοις, ο Ηγούμενος αρνείται κάθε σχέση με την σύσταση και τη λειτουργία του Σωματείου. Κατά δεύτερον, ο π. Νικηφόρος ζήτησε τότε εγγράφως (χωρίς να επικοινωνήσει ο ίδιος με τον Επίσκοπο) τριήμερο άδεια απουσίας για τη Θεσσαλονίκη, χωρίς να αναφέρει τίποτε περί συνοδείας της εκδρομής. Επρόκειτο όμως για ένα Σαββατοκύριακο που η Ι. Μητρόπολη αδυνατούσε να καλύψει τα κενά σε τέσσερις ακόμη ενορίες, όπου υπήρχαν πραγματικές λειτουργικές ανάγκες (μνημόσυνα κ.ά.) χωρίς να υπάρχει διαθέσιμος κληρικός.

Γι’ αυτό, λοιπόν, του εδόθη άδεια μόνο δύο ημερών. Επίσης, δεν έδωσε συνέχεια, αν και θα ώφειλε, στο ζήτημα της κατοχής και επισκευής «Ιερού Κελλίου» (δηλ. ολοκλήρου οικήματος με κελλιά προς διαμονήν και ναό) στο Άγιον Όρος προς χρήσιν της συνοδείας του, χωρίς αυτό να ανήκει στην Ιερά Μονή Φανερωμένης και χωρίς να έχει ποτέ ενημερώσει την Ιερά Μητρόπολη ούτε σήμερα ούτε επί των ημερών του αοιδίμου Μητροπολίτου Νικηφόρου. Από τα παραπάνω συμπεραίνει, λοιπόν, κανείς ότι η απόφαση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λευκάδος και Ιθάκης κ. Θεοφίλου να επιβάλει στον ιερομόναχο Νικηφόρο Ασπρογέρακα την προβλεπόμενη ελαφρά ποινή της τριακονθήμερης αργίας από κάθε ιεροπραξία, με έκπτωση από το οφφίκιο του αρχιμανδρίτη, χωρίς στέρηση του μισθού του και την άρση της αδείας της πνευματικής πατρότητος, ήταν η απόληξη μιας μακράς σειράς συμπεριφορών και ενεργειών του ως είρηται κληρικού, με τις οποίες εκφράζει σταθερά την αδιαφορία του προς τις υποδείξεις της προϊσταμένης του αρχής και καταφρονεί τον Επίσκοπο και πνευματικό του πατέρα, αλλά και την κανονική τάξη της Εκκλησίας.

Αυτά είναι τα ελάχιστα που ιστορούνται, ενώ υπάρχει σειρά άλλων κανονικών παραπτωμάτων που δεν αναφέρονται στο παρόν. Ως γνωστόν, κάθε κληρικός ή μοναχός υπάγεται στη διοικητική, εκκλησιαστική και πνευματική δικαιοδοσία του επιχωρίου Μητροπολίτη.

Προκειμένου, λοιπόν, κληρικός ή μοναχός να απουσιάσει εκτός της Μητροπολιτικής Περιφερείας στην οποία διακονεί, πρέπει να ζητήσει την κανονική άδεια, έγκριση και συγκατάθεση του οικείου Μητροπολίτη. Αυτό και πράττουν όλοι ανεξαιρέτως οι λοιποί κληρικοί μας. Ο ιερομόναχος Νικηφόρος Ασπρογέρακας, την 27η Αυγούστου 2010, εγκατέλειψε την εκκλησιαστική θέση του και μετέβη στο Άγιον Όρος κρυφά, δηλαδή χωρίς να το γνωρίζει, να συγκατατεθεί και να έχει δώσει την απαιτούμενη άδεια ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας. Μάλιστα, προ τριών ημερών είχαν συναντηθεί στην πανήγυρη του Ι. Ναού του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, μετοχίου της Μονής, όπου χοροστάτησε στον Εσπερινό ο Σεβασμιώτατος, ενώ το προσωπικό τηλέφωνο του Επισκόπου μας παραμένει πάντοτε ανοιχτό και στη διάθεση όλων των κληρικών μας, μηδενός εξαιρουμένου.

Η προβλεπόμενη άδεια όμως ουδέποτε εζητήθη. Όταν η αντικανονική ενέργειά του αυτή έγινε γνωστή, ο Μητροπολίτης τον εκάλεσε να δώσει εξηγήσεις. Αντί άλλης απαντήσεως, αντί να αναγνωρίσει το σφάλμα του και να ζητήσει την συγγνώμη, που αναμφιβόλως για μία ακόμη φορά θα του εδίδετο, ο π. Νικηφόρος Ασπρογέρακας απέστειλε (δεν καταδέχτηκε να παραδώσει αυτοπροσώπως!) τετρασέλιδη επιστολή με ύφος ανοίκειο, εκφράσεις απαράδεκτες και αναφορές ταπεινωτικές, απευθυνόμενες από πρεσβύτερο – υιό σε Επίσκοπο – πατέρα, όπου όμως και ομολογεί την αντικανονική του ενέργεια. Οι εκκλησιαστικές ποινές, όπως η αργία, έχουν παιδαγωγικό και όχι εκδικητικό ή εξουθενωτικό χαρακτήρα. Σκοπό έχουν να βοηθήσουν τον πταίσαντα, κληρικό ή λαϊκό μέλος της Εκκλησίας, να οδηγηθεί στην οδό της μετανοίας και σε ανάνηψη, για να δεχθεί τη συγγνώμη και την αποκατάστασή του στο Σώμα της Εκκλησίας. Αυτό επιβάλλει η εκκλησιαστική συνείδηση ενός Ορθοδόξου Χριστιανού –και δη κληρικού- και ας είναι διαφορετική η οπτική του, αλλοτριωμένου από τον εγωισμό, «κόσμου».

Αν οι άνθρωποι που διαμαρτυρήθηκαν με τρόπο τόσο ανοίκειο για ευσεβείς Χριστιανούς, έχοντες πραγματική σχέση με την Εκκλησία (όπως απειλές και προπηλακισμούς κατά κληρικών, ύβρεις, ρίψη αυγών κ.ά.) αγαπούν όντως τον π. Νικηφόρο και είναι αληθινοί φίλοι της περί αυτόν Αδελφότητος (διότι φίλοι της Μονής και της Παναγίας μας της Φανερωμένης, όπως και του Αγίου Όρουςδεν είναι μόνον οι των σωματείων, αλλά είναι όλον ανεξαιρέτως το χριστεπώνυμο πλήρωμα της Εκκλησίας της Λευκάδος, δίχως την ανάγκη πιστοποιήσεως των φρονημάτων του), ας τον βοηθήσουν να ακολουθήσει την μόνη εκκλησιαστικά ορθή οδό της ανανήψεως, της μετανοίας και της συμμορφώσεως προς όσα οι ιεροί Κανόνες της Εκκλησίας μας υπαγορεύουν.

Η αγάπη και η πατρική ανοχή του Επισκόπου μας είναι δεδομένη, όπως μέχρι τώρα έχει αποδείξει. Επιθυμεί να οικοδομήσει ψυχές με την παρουσία, τον λόγο, την στάση, το έργο του, αλλά και με την σιωπή του.

Μίλησε τώρα, διότι εκ των πραγμάτων αναγκάσθηκε. Κανείς Επίσκοπος δεν επιθυμεί να λαμβάνει τέτοιου είδους μέτρα. Κανείς λογικός άνθρωπος δεν μπορεί όμως να ανεχθεί επί δύο και πλέον χρόνια να συμμετέχει στο παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, ειδικά για ζητήματα σχέσιν έχοντα με την μαρτυρία της Εκκλησίας στον τόπο μας, με την ευπρεπή παρουσία του μοναχισμού, με τις δοκιμαζόμενες συνειδήσεις των ανθρώπων. Και για να τελειώνουμε:

α. Μεταξύ της Ιεράς Μητροπόλεως Λευκάδος και Ιθάκης αφ’ ενός και αφ’ ετέρου του Ηγουμένου και της περί αυτόν Αδελφότητος της Ιεράς Μονής Φανερωμένης, η οποία Ι. Μονή υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη, υφίστανται από καιρού διοικητικά και διαχειριστικά προβλήματα, και όχι προσωπικά, μεταξύ του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ. Θεοφίλου και του ηγουμένου της Ι. Μονής π. Νικηφόρου Ασπρογέρακα, όπως ανεύθυνα ή σκόπιμα διαδίδεται. Τα διοικητικά – διαχειριστικά αυτά προβλήματα δεν έχουν ακόμη επιλυθεί και πάντως όχι με ευθύνη της Ιεράς Μητροπόλεως.

β. Πρόκειται για μία υπόθεση καθαρώς υπηρεσιακή και διοικητική, που δεν προσφέρεται ούτε για το διχασμό του πιστού λαού, που αλλιώς θέλει τους ποιμένες του, αλλά ούτε και για μικροπολιτική εκμετάλλευση από επιτηδείους.

γ. Κανείς –πρώτος ο Επίσκοπος- δεν «διώχνει» τον π. Νικηφόρο ούτε τον «κυνηγάει».

Όσοι τον αγαπούν και σέβονται την μακροχρόνια προσφορά στην Εκκλησία της Λευκάδος, με τα δικά του χαρίσματα, οφείλουν να τον βοηθήσουν με αγάπη να σταθεί στο ύψος του, όπως πράττει και η Ιερά Μητρόπολις.

Έχουν χρέος να μην οδηγούνται σε πεζοδρομιακές κινήσεις, ενεργώντας δήθεν για λογαριασμό του και να τον στηρίξουν με την προσευχή τους στην τήρηση των τριών υποσχέσεων που έδωσε ενώπιον Θεού και ανθρώπων στην μοναχική του κουρά: παρθενία, ακτημοσύνη, ΥΠΑΚΟΗ στην Εκκλησία! Αυτά, για να χειραγωγούνται πράγματι οι ψυχές εις Χριστόν και να μην παρασύρονται πιστοί και ανιδιοτελείς, πιστεύουμε, Χριστιανοί εις οδόν απωλείας, μακράν της Αγίας Μάνδρας του Χριστού, της Εκκλησίας μας.

Λευκάδα, 28 Σεπτεμβρίου 2010 (ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ)

Advertisements