Ήταν σαν τον άνεμο. Όπου κι αν πέρναγε αναστάτωνε τα πάντα. Δεν πέρασε ποτέ απαρατήρητη. Γυναίκα με προσωπικότητα και χιούμορ. Μίλαγε με τα μάτια, τα χέρια, το περπάτημα. Κι εκείνα τα μάτια που σε κοίταγαν κι έφταναν μέχρι τα βάθη της ψυχής σου…! Αδύνατο να της ξεφύγεις. Σε διάβαζε. Κι ήταν καταπέλτης στην κρίση της. Γράμματα δεν έμαθε. Μα ήξερε καλά τα γράμματα της ζωής. Και απ’την καλή και απ΄την ανάποδη.

Διάβαζε πολύ. Κι ονειρεύονταν… Της άρεσε το θέατρο κι η όπερα. Η μουσική και ο χορός. Μούλεγε: «Το ζεϊμπέκικο θέλει ψυχή, ωρή».  Λαχταρούσε για ταξίδια. Έκλεινε τα μάτια και μπορούσε να περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια τους τόπους και τα λιμάνια που η μοίρα την αξίωσε να επισκεφτεί. Μού ‘πε: «Το τελευταίο μου ταξίδι θα΄ναι στη βόρεια Ιταλία. Αν μάθεις ότι τράβηξα για εκεί θα ξέρεις ότι θα πεθάνω…»

Γενναιόδωρη σε χρόνο, σε χρήμα, σε λόγο. Δε λογάριαζε τον κόπο. Έτρεχε όπου ένοιωθε ότι υπήρχε ανάγκη. Κι έδινε απλόχερα χωρίς να ζητά ποτέ τίποτα για εκείνη. Κι αυτό ήταν το μεγαλείο και η καταδίκη της.

Γλώσσα κοφτερή. Είχε δικούς της κανόνες που όταν πίστευε ότι ήταν σωστοί τους υπερασπίζονταν με όποιο τίμημα.

Λάτρευε τη θάλασσα. Το νερό την εξάγνιζε. Παρακαλούσε να πεθάνει κολυμπώντας. Δεν της έγινε η χάρη..

Κεντούσε και ταξίδευε…Ήταν η ώρα της σιωπής. Της εσωστρέφειας. Του εσωτερικού διαλόγου. Ονειρεύονταν ένα δωμάτιο που μέσα θα στεινε τον αργαλειό της και θα ύφαινε με τα χρώματα που εκείνη αγαπούσε. Της άρεσαν τα χρώματα γύρω της.Κι ήξερε να ξεχωρίζει τις μυρωδιές των λουλουδιών αλλά και των ανθρώπων.

Δημιουργούσε με τη μαγειρική. Η κουζίνα της ένας ολόκληρος κόσμος. Κατσαρόλια-κατσαρολάκια. Μπαχάρια που έδιναν άρωμα στο φαγητό και στον χώρο. Οι μόνες ώρες που ηρεμούσε η ψυχή της. Ο καφές και οι γεύσεις της Γιώτας ήταν προορισμός.

Σκέψη δουλεμένη. Φιλοσοφική. Μ΄ελάχιστους τη μοιραζόταν. Οι ατέλειωτες μετα- μεσονύχτιες κουβέντες μας με στήλωσαν στα πόδια μου πολλές φορές. Και γελούσαμε. Πόσο γελούσαμε..

Έγνοια της ο Μίχαλος!

Η αγωνία της τα παιδιά της. Η Γιάννα της, η Χρύσα της, ο Πάνος της. Έβηχαν και πέθαινε. Δεν τό δειχνε ποτέ. Όπως δεν επέτρεπε να δουν οι άλλοι τις αδυναμίες της, τους πόνους του σώματος και της ψυχής της.

Κάπνιζε κι ας μην επιτρεπόταν. Ιεροτελεστία το στρίψιμο του τσιγάρου. Έλεγε «δε με σώζει» και να το κόψω. Μότο της: «ό,τι είναι να γίνει ,θα γίνει».

Εδώ και μήνες μας αποχαιρέταγε. Με τον δικό της τρόπο. Κοίταζε το χάρο και του γέλαγε. Τον κορόιδευε. Δεν την ένοιαζαν πια οι άνθρωποι. Τους μπούχτισε. Ήταν οργισμένη και θλιμμένη. Και κλείστηκε σε μια σιωπή που μίλαγε περισσότερο από τις λέξεις.

Την εκμεταλλευτήκαμε οι περισσότεροι. Άλλοι κλέψαμε το χρόνο της, άλλοι τη σκέψη της, άλλοι εκμεταλλευτήκαμε την ανθρωπιά της κι άλλοι τις αδυναμίες της. Ο καθένας μας πήρε ένα κομμάτι από εκείνη. Δεν ξέρω αν αντιπροσφέραμε τα ίσα.

Η μοίρα της χάρισε τον παράδεισο αλλά και την κόλαση. Μια κόλαση που τελευταία δεν έβλεπε να έχει πάτο…Και μας την έσκασε. ΌΡΘΙΑ ΚΙ ΑΘΟΡΥΒΑ. ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΑΛΑΙΠΩΡΗΣΕΙ ΚΑΝΕΝΑΝ. ΟΠΩΣ ΤΟ ΘΕΛΕ.

Συγγνώμη Γιώτα

Αντίο Γιωτάρα. Αντίο καπετάνισσα.

Σ΄ευχαριστώ για όλα όσα έμαθα από εσένα!

Μου λείπεις κιόλας…

Κατερίνα Καββαδά (Αντρίκου)

Φωτό: Lefkadapress 16-11-10

Advertisements