Αναδημοσίευση από: http://www.translatum.gr/journal

1. Ο Σολωμός και οι σύγχρονοί του

Ιστορικοί και γεωγραφικοί λόγοι συντελούσαν στην άμεση επαφή των Επτανησίων λογίων με τη φωτισμένη Δύση κατά τη διάρκεια των περασμένων δύο αιώνων. Οι περισσότεροι Επτανήσιοι επιστήμονες και διανοούμενοι είχαν σπουδάσει σε πανεπιστήμια της Ιταλίας και της Γαλλίας και, επιθυμώντας να δώσουν στους συμπατριώτες τους την ευκαιρία να απολαύσουν τα κείμενα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, που οι ίδιοι απολάμβαναν χάρη στη γλωσσομάθειά τους, δημοσίευαν τις μεταφράσεις τους με διττό σκοπό: από τη μια μεριά να ανυψώσουν το πολιτιστικό επίπεδο του έθνους και από την άλλη να καθιερώσουν τη δημοτική γλώσσα, της οποίας όλοι σχεδόν ήταν θερμοί οπαδοί.* Η μεταφραστική ενασχόληση υπήρξε ένα από τα τρία μελήματα των περισσότερων Επτανησίων λογίων, ενώ τα άλλα δύο ήταν η αναζήτηση της τελειότητας στη μορφή και η προσήλωση στον δημοτικισμό. [1]. Πρώτος ο γενάρχης της Επτανησιακής Σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός (1798-1857), δίνοντας το παράδειγμα, που το ακολούθησαν πρόθυμα δημιουργικοί μιμητές, μετέφρασε, εκτός από ορισμένους στίχους από τη ραψωδία Σ της Ιλιάδας, μία ωδή του Πετράρχη, “Νερά καθαροφλοίσβιστα”, την ” ΄Ανοιξη” το “Καλοκαίρι” και ένα απόσπασμα από τον Μεταστάσιο. Επίσης ο Σολωμός φιλοτέχνησε τη “Μίμηση του τραγουδιού της Δεσδεμόνας” από τον Οθέλλο του Σαίξπηρ, που αποτελεί παράφραση μάλλον παρά μετάφραση. Ο Σολωμός ακολούθησε μέχρι ένα σημείο το πρωτότυπο κείμενο, αλλά στο τέλος πρόσθεσε μια οκτάστιχη στροφή, δικής του εντελώς έμπνευσης [2]. Ο Αντώνιος Μάτεσης (1794-1875) ήταν φίλος του Σολωμού στη Ζάκυνθο και ανήκε στον στενότερο πνευματικό του κύκλο. Είναι γνωστός κυρίως για το θεατρικό του έργο Ο Βασιλικός (1830), που έχει θέμα τις κοινωνικές αντιθέσεις στη Ζάκυνθο στις αρχές του 18ου αιώνα.

Ο Μάτεσης μάς έδωσε μια ελεύθερη απόδοση 8 ιταλικών σονέτων από τη συλλογή του Σολωμού Rime improvvisate, που είχαν εκδοθεί στην Κέρκυρα το 1822. Δημοσίευσε ακόμα μετάφραση των “Τάφων” του Ιταλοέλληνα ποιητή Ούγκο Φόσκολο (Ugo Foscolo, 1778-1827), η οποία όμως, τόσο από τους συγχρόνους του όσο και από μεταγενέστερους κριτικούς, δεν θεωρήθηκε ικανοποιητική [3]. Από την αγγλική λογοτεχνία ο Μάτεσης μετέφρασε ποιήματα του ΄Οσσιαν (Ossian) και την ελεγεία, “Εις τα Κοιμητήρια” (Elegy Written in a Country Churchyard), του ρομαντικού ποιητή Τόμας Γκραίη (Thomas Gray). Στη μετάφραση αυτή, παρά τις εκφραστικές αδυναμίες του μεταφραστή, διατηρείται σε αρκετό βαθμό η μελαγχολική ατμόσφαιρα και ο ρυθμός του πρωτοτύπου.

Aναφέρεται ότι “εις ανομοικαταλήκτους ιταλικούς στίχους έτι μετέφρασε τα τρία πρώτα βιβλία της Γεωργικής του Βιργιλίου, το πρώτον βιβλίον του Paradise Lost του Μίλτωνος, μέρος του Τανκρέδη του Voltaire, της Εκάβης του Ευριπίδου και του Τιμολέοντος του τραγικού Ι. Ζαμπελίου. Πεζώς δε μετέφρασε ιταλιστί τον λόγον του Κικέρωνος εις Μάρκον Μάρκελλον και ελληνιστί την Πενθεράν του Τερεντίου” [4].

Ο Ιούλιος Τυπάλδος (1814-1883) κατέχει την πρώτη θέση στη σολωμική πλειάδα των ποιητών και χαρακτηρίστηκε ο “σολωμικότερος των σολωμικών”. Παράλληλα με το πρωτότυπο έργο του, που αποτελεί κράμα της σολωμικής τεχνοτροπίας και του δημοτικού τραγουδιού, που το ξανάπλασε όμως δημιουργικά, σημαντικό υπήρξε και το μεταφραστικό του έργο. Για πολλά χρόνια ο Τυπάλδος ασχολήθηκε με τη μετάφραση της Ελευθερωμένης Ιερουσαλήμ (Jerusalemme liberata) του Τουρκουάτο Τάσσο (Τurquato Tasso), της “Ιλιάδας της Χριστιανοσύνης”, όπως αποκαλέστηκε το μεγαλόπνοο αυτό έργο. Η ψυχική συγγένεια που υπήρχε ανάμεσα στον δημιουργό του θρησκευτικού αυτού έπους και στον μεταφραστή υπήρξε το κίνητρο για μια άρτια απόδοση. Μέχρι το 1880 ο μεταφραστής είχε τελειώσει τα πρώτα 12 από τα 20 άσματα του έργου.

΄Oταν ο ιταλομαθής καθηγητής Μ. Μαρτζώκης, μετά τη δημοσίευση της μετάφρασης του Γ΄ άσματος, την παρέβαλε με το πρωτότυπο κείμενο, έγραψε: “Φρονούμεν ότι ουχί απλή συγκυρία ήγαγε τον κ. Τυπάλδον εις την μετάφρασιν ταύτην, αλλά κρύφιον ψυχολογικόν μάλλον ή καλλιτεχνικόν ελατήριον, έμφυτος του ποιητού ροπή, υπολανθάνουσά τις συγγένεια μετά της αισθητικής ιδιοσυγκρασίας του μεταφράζοντος και της του μεταφραζομένου”. Ο ίδιος κριτικός, εκθειάζοντας την ποιότητα της μετάφρασης, που την έβρισκε σε ορισμένα σημεία ανώτερη από το πρωτότυπο, προσέθεσε: “Πάντα ταύτα ενεποίησαν εις ημάς τοιαύτην εντύπωσιν, ώστε ομολογούμεν ότι ενιαχού προυτιμήσαμεν την μετάφρασιν του πρωτοτύπου” [5].

Με τη γνώμη του Μαρτζώκη συμφώνησε και ο Φ. Μιχαλόπουλος που σε μελέτη του, κάνοντας λόγο για τη μετάφραση αυτή του Τυπάλδου, έγραψε: “Είναι αληθινό καλλιτέχνημα από απόψεως μορφικής διατυπώσεως και μετρικής ακρίβειας και το σπουδαιότερο, την εποχή που δημοσιεύτηκε, ήταν το μόνο αξιόλογο αριστούργημα ξένης φιλολογίας μεταφρασμένο σε μια τόσο ποιητική γλώσσα, σε μια τόσο υψωμένη κι ακριβολογημένη πλαστική κοινή, όπως την εννοούσε ο Σολωμός. Μέχρι την εποχή εκείνη κανείς δεν είχε επεξεργασθεί τόσο την δημοτική γλώσσα όσον ο Κεφαλονίτης ποιητής μέσα στη μετάφραση της “Ιερουσαλήμ” [6]. Οι μεταφράσεις του Τυπάλδου πρωτοδημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Παρνασσός της Αθήνας και Ποιητικός Ανθών της Ζακύνθου. Αξιοσημείωτη είναι επίσης μια παράφραση ενός ποιήματος του ΄Οσσιαν που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νουμάς το 1915.

Ο Τυπάλδος γεννήθηκε στο Ληξούρι και σπούδασε Νομικά στα πανεπιστήμια της Πίζας, της Πάντοβας και της Φλωρεντίας. Μητέρα του ήταν η Ιταλίδα κόμισσα Τερέζα Ριγκέττι, γυναίκα φιλόμουση και με βαθιά μόρφωση. Μετά τις σπουδές του ο Τυπάλδος διορίστηκε δικαστής και ανήλθε σε όλες τις βαθμίδες της δικαστικής ιεραρχίας. Εργάστηκε για τις πολιτικές ελευθερίες στα Επτάνησα και για την κατάργηση των περιοριστικών μέτρων του συντάγματος του Μαίτλαντ. Το 1867 αποσύρθηκε από την υπηρεσία και εγκαταστάθηκε στη Φλωρεντία, όπου αφοσιώθηκε στις μελέτες του. Το 1883 επέστρεψε στην Κέρκυρα, όπου και πέθανε.

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879) δεν ανήκει στον στενότερο κύκλο του Σολωμού, αποτελεί όμως συνδετικό κρίκο της Επτανησιακής με την Αθηναϊκή Σχολή. Ο ρωμαλέος πατριδολάτρης Λευκαδίτης βάρδος, στον οποίο, όπως έγραψε ο Παλαμάς, η λέξη υπάρχει αυτόνομη και “κυριαρχεί στρογγυλή, ογκωμένη, ροδοκόκκινη, απάρθενη, πρωτόβλαστη, πρωτόδρεπτη, πρωτόγραφτη, περισσή”, με τη μετάφραση του περίφημου ρομαντικού ποιήματος “Λίμνη” του Λαμαρτίνου χάρισε στη νεοελληνική λογοτεχνία ένα πραγματικό διαμάντι.

Το παράδειγμα του Σολωμού βρήκε ενθουσιώδη μιμητή στο πρόσωπο του Ιακώβου Πολυλά (1825-1896), μαθητή, φίλου και εκδότη των έργων του εθνικού μας ποιητή. Κάτοχος των κυριοτέρων ευρωπαϊκών γλωσσών και βαθύς γνώστης της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής φιλολογίας, ο Πολυλάς αναδείχτηκε επίσης σε ανώτερη πνευματική και πολιτική προσωπικότητα. Το μεταφραστικό και το δημοσιογραφικό του έργο είναι εκτενέστερο από το καθαρά λογοτεχνικό του. Ο Πολυλάς είναι ο πρώτος που εξέδωσε αυτοτελή μετάφραση έργου του Σαίξπηρ στην Ελλάδα. Πρόκειται για την Τρικυμία που τυπώθηκε στην Κέρκυρα το 1855 [7]. Για τη μετάφραση της Τρικυμίας ο Πολυλάς εργάστηκε με ευσυνειδησία και μετέφερε στη γλώσσα μας με ακρίβεια το έργο του μεγάλου ΄Αγγλου δραματουργού και ποιητή, αλλά το γεγονός ότι ο ποιητικός λόγος του Σαίξπηρ αποδόθηκε με πεζή γλώσσα (με εξαίρεση τα τραγούδια του ΄Αριελ) αδικεί το πρωτότυπο. Η μαγική ατμόσφαιρα που επικρατεί στο έργο δεν διατηρείται και στη μετάφρασή του. Επιπλέον, στο κείμενο της μετάφρασης υπάρχουν ορισμένες ιδιωματικές λέξεις (Κερκυραϊκές), που αποτελούν αινίγματα για τον αναγνώστη, όπως βράχλο, τζέφλια, στάφνη κ. ά. Αξιοσημείωτη είναι η μελέτη για το έργο, που παρατίθεται στο τέλος του μεταφρασμένου κειμένου. Η μετάφραση αυτή του Πολυλά επανεκδόθηκε μόνο μία φορά, το 1913 [8]. Το 1889 ο Πολυλάς εξέδωσε στην Αθήνα, έμμετρα αυτή τη φορά, τη μετάφραση της περίφημης τραγωδίας ΄Αμλετ [ 9].

Η μεταφραστική εργασία αυτή θεωρήθηκε μνημειώδης, αν και δεν σημείωσε δεύτερη έκδοση. Η γλώσσα που χρησιμοποίησε ο μεταφραστής τώρα είναι μικτή, με μεγαλύτερες υποχωρήσεις προς την καθαρεύουσα. Το 10σύλλαβο ιαμβικό μέτρο των στίχων του Σαίξπηρ αποδόθηκε με 13σύλλαβο ιαμβικό του Πολυλά, με ένα μέτρο που ο ίδιος εισήγαγε στη νεοελληνική ποίηση. “Το μέτρον τούτο”, έγραψε στο προοίμιο της μετάφρασής του ο Πολυλάς, “ενώ έχει αρκετήν έκτασιν, έχει και το μέγα πλεονέκτημα να επιδέχεται ποικιλίαν ρυθμού τοιαύτην, ώστε δύναται φυσικώς να αναβιβασθή εις την λυρικωτέραν έντασιν καθώς και να κατέλθει εις τον τόνον της συνήθους ομιλίας, όπως αρμόζει εις την φύσιν του νεωτέρου δράματος, ιδίως του Shakespeare” [10]. Το στοιχείο όμως που εξέχει στην αρτιότερη αυτή απόδοση του σαιξπηρικού δράματος είναι η διεισδυτικότητα του μεταφραστή και η ψυχολογική και φιλοσοφική ανάλυση του έργου, που, μαζί με τα Προλεγόμενα στην έκδοση των Ευρισκομένων του Σολωμού, κατατάσσουν τον Πολυλά στην κορυφαία θέση των κριτικών.

Μελέτη του Γ. Καλοσγούρου για τη μετάφραση αυτή του Άμλετ από τον Πολυλά δημοσιεύτηκε στο σπουδαιότερο φιλολογικό περιοδικό της Αθήνας, τον Παρνασσό, όπου γίνεται εκτενής λόγος για τη γλωσσική θεωρία του μεταφραστή Πολυλά, σύμφωνα με την οποία η γλώσσα της εποχής δεν έπρεπε να κατέβει στο επίπεδο της λαϊκής αντίληψης, αλλά η λαϊκή διανόηση έπρεπε να ανέβει στον γλωσσικό τύπο που μιλούσαν οι μορφωμένοι.

Η μεταφραστική προσπάθεια ενθαρρύνθηκε από τον Πολυλά το 1885, όταν μια ομάδα φίλων και οπαδών του είχε αποφασίσει να εκδώσει στην Κέρκυρα το περιοδικό Εθνική Γλώσσα (που όμως ποτέ δεν εκδόθηκε) και όπου θα δημοσιεύονταν, εκτός από κριτικές διατριβές, πρωτότυπες συγγραφές και πρωτότυπα ποιήματα, επίσης και πεζές ή έμμετρες μεταγλωττίσεις από διάφορες φιλολογίες, “μη εξαιρουμένης της σανσκριτικής”. Την αγγελία για την έκδοση του περιοδικού αυτού την υπέγραφε η εξής συντακτική ομάδα: Πολυλάς, Μαρκοράς, Μάνεσης, Χρυσομάλλης, Καλοσγούρος, Κεφαλληνός, Κογεβίνας, Μαβίλης [11]. Ο Πολυλάς μετέφρασε ακόμα την Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου.

Ο Γεράσιμος Μαρκοράς (1825-1911) ανήκε στα επίλεκτα μέλη της συντροφιάς του Σολωμού και καλλιέργησε αποκλειστικά την ποίηση, που τη διακρίνει η αβρότητα και το ανεπιτήδευτο. Παράλληλα με το δημιουργικό του έργο, ο Μαρκοράς φιλοτέχνησε, όπως και ο Καλοσγούρος, μεταφράσεις δύο ιταλικών ποιημάτων του Σολωμού, τη “Δέηση της Μαρίας και το όραμα του Λάμπρου” και το σονέτο για τον θάνατο του Ούγκο Φόσκολου.

Από την ιταλική λογοτεχνία ο Μαρκοράς μετέφρασε ένα μικρό απόσπασμα από το Α΄ άσμα της Κόλασης του Δάντη (125 στίχους) και το ποίημα του Φόσκολου “Στην παντρεμένη φίλη”.

Από τη γερμανική λογοτεχνία μετέφρασε την “Κασσάνδρα”, τον “Κολόμβο” και το “Ηρώ και Λέανδρος” του Σίλλερ [12]. Οι μεταφράσεις του Μαρκορά διακρίνονται τόσο για την πιστότητα όσο και για τη γλωσσική αρμονία τους, αν και λεκτικά είναι προσκολλημένες στο ύφος του δασκάλου Σολωμού, από το οποίο δεν μπόρεσε, ούτε στα πρωτότυπα ποιήματά του να απαλλαγεί.

Ο Παναγιώτης Πανάς γεννήθηκε στο Αργοστόλι το 1832. ΄Ηταν δημοσιογράφος, πολιτικός και αγωνιστής του επτανησιακού Ριζοσπαστισμού. ΄Εζησε στην Κεφαλονιά, στην Αίγυπτο, στη Ρουμανία και στην Αθήνα. Για τις δημοκρατικές του ιδέες διώχτηκε από τις αρχές και φυλακίστηκε. Οι απογοητεύσεις τον οδήγησαν στην αυτοκτονία το1896 [13].

Ο Πανάς υπήρξε ένας από τα ιδρυτικά μέλη του πολιτικού συλλόγου “Ρήγας” που είχε στόχο την συνένωση των βαλκανικών λαών σε μια δημοκρατική ομοσπονδία. Εκδότης τουλάχιστον δέκα βραχύβιων, κατά το πλείστον, εφημερίδων, (Κεραυνός, Αλήθεια, Διογένης, Εξέγερσις, Εργάτης, Κυκεών, Σφήκα), όπου δημοσίευσε ποικίλη δημοσιογραφική και λογοτεχνική ύλη. Εξέδωσε 4 ποιητικές συλλογές, Τα πρώτα μου προς την ποίησιν βήματα (1855), Στεναγμοί (1857), Μέμνων (1865) και Έργα αργίας (1883) και μετέφρασε ποιήματα του Ossian, Δαρτούλα, Λάτμος, ποιήματα του Οσσιάνου (1862), χρησιμοποιώντας την ιταλική μετάφραση του M. Cesarotti.

Λησμονημένος σχεδόν παραμένει ο Στυλιανός Χρυσομάλλης (1836-1918), φίλος και συνεργάτης του Πολυλά, ο οποίος σπούδασε στην Ευρώπη για πολλά χρόνια και, όταν επέστρεψε στην Κέρκυρα, υπηρέτησε ως καθηγητής της γαλλικής γλώσσας και συνεργάστηκε στα έντυπα του καιρού του (Κώδων, Τέχνη, Ζιζάνιο) με σατιρικά κυρίως ποιήματα γραμμένα στο Κορφιάτικο ιδίωμα, και δημοσίευσε μεταφράσεις σε γλώσσα εξαιρετικά φροντισμένη.

Από τη γαλλική λογοτεχνία ο Χρυσομάλλης μετέφρασε και δημοσίευσε δύο ποιήματα του Σουλλύ Πρυντώμ, “Τα μάτια” και τη “Δέηση στην ΄Ανοιξη” και από την αγγλική το Οσσιανικό ποίημα “Στον ΄Ηλιο”. Η μετάφραση του ποιήματος αυτού επαινέθηκε πολύ από τον Σωτήρη Σκίπη, ο οποίος σε άρθρο του αφιερωμένο στη μνήμη του Χρυσομάλλη στο λογοτεχνικό περιοδικό Γράμματα (Αλεξάνδρεια), αναδημοσιεύοντας τα κείμενα δύο μεταφράσεων του Κερκυραίου μεταφραστή, υποδείκνυε: “Νά τι είδους εργασίες θα’πρεπε να προσέχουν πιο πολύ οι νέοι μας” [14].

Ο Χρυσομάλλης ανήκει στους “ελάσσονες”. Το έργο του, εγκατεσπαρμένο στον περιοδικό τύπο της εποχής του, δεν συγκεντρώθηκε σε ιδιαίτερο τόμο ούτε όσο ζούσε ούτε μετά τον θάνατό του. Την ανάγκη αυτή την είχε επισημάνει και ο Σκίπης, ο οποίος στο παραπάνω αναφερόμενο άρθρο του κατέληγε: “Θα ήταν ευχής έργο αν ένας εκδότης ευσυνείδητος εζητούσε από την οικογένεια τού Κερκυραίου λογίου κι άλλες του τέτοιες μεταφράσεις, αν έχει, και τις ένωνε σε μια μικρή συλλογή. Το καλό που θα έκανε και στους ποιητές μας και στους κριτικούς μας θα ήταν ανυπολόγιστο” [15].

Ο Παναγιώτης Βεργωτής (1842-1916) γεννήθηκε και έζησε στην Κεφαλονιά. Δημοδιδάσκαλος, χωρίς πανεπιστημιακές σπουδές αλλά γλωσσομαθής, με ενδιαφέροντα γλωσσικά και φιλολογικά, μετέφρασε έμμετρα, σε νεαρή ηλικία, τα πέντε πρώτα άσματα της Κόλασης του Δάντη [16], πράγμα που επαινέθηκε από τον Παλαμά.

Ο Γεώργιος Καλοσγούρος (1853-1902) είναι μεταφραστής από την ιταλική κυρίως λογοτεχνία και τα κείμενά του διακρίνονται για τη λεπτότητά τους. ΄Αρτιες θεωρούνται οι ποιητικές αποδώσεις του Σαούλ του Αλφιέρι17 και της Κόλασης του Δάντη [18].

Στον Καλοσγούρο οφείλουμε επίσης τη μετάφραση των “Τάφων” (Dei Sepolcri) του Φόσκολου[19], των “Τάφων” του Πινδεμόντε και μιας ωδής του Τορκουάτο Τάσσο.

Γνωστός όμως μάς είναι ο Καλοσγούρος και από τη μετάφρασή του των ιταλικών ποιημάτων του Σολωμού [20]. ΄Εχοντας κληρονομήσει από τον δάσκαλό του Πολυλά τη βαθιά εκτίμηση και τον θαυμασμό για την ποίηση του Σολωμού, ο Καλοσγούρος επιδόθηκε στη μετάφραση των ιταλικών ποιημάτων του εθνικού μας ποιητή, αποδίδοντας στην ελληνική γλώσσα όλες τις λεπτές αποχρώσεις του σολωμικού ύφους. Η μεταφραστική του ευαισθησία είχε καλλιεργηθεί χάρη στην άριστη γνώση της ιταλικής γλώσσας και στην ψυχική συγγένειά του με τον δημιουργό.

΄Οταν, μετά τον θάνατο του Καλοσγούρου, εκδόθηκαν οι μεταφράσεις των ιταλικών ποιημάτων του Σολωμού, ο Φώτος Πολίτης χαιρέτησε την έκδοση με τα ακόλουθα λόγια: “Δι’ όσους δεν είναι εις θέσιν να αναγνώσουν εις το ιταλικόν πρωτότυπον και τα ποιήματα και τα πεζά αυτά σημειώματα του Σολωμού, η μετάφρασις του Καλοσγούρου είναι απόκτημα ανεκτίμητον. Αλλ’ ανεξαιρέτως τούτου, η μετάφρασις μένει αυτή καθ’ εαυτήν μνημείον υπέροχον της νεοελληνικής λογοτεχνίας” [21].

Αφιερώνοντας τη μετάφρασή του των “Τάφων” του Φόσκολου στις ψυχές των Ιταλών εθελοντών που έπεσαν στον πόλεμο του 1897, όταν η Ελλάδα αγωνιζόταν εναντίον των εχθρών του Χριστιανισμού, και αναγνωρίζοντας την ευεργετική επίδραση του ιταλικού πνεύματος στην επτανησιακή λογοτεχνία, ο Καλοσγούρος αναφέρει ότι: “Ακολουθώντας και το παράδειγμα αειμνήστου διδασκάλου μου [εννοώντας τον Πολυλά] ετόλμησα να πλησιάσω ένα από τα γενναιότερα άσματα του αιώνος μας, με την ελπίδα πως η εργασία μου με την ουσιαστική διαφορά της από περασμένες παρόμοιες προσπάθειες άλλων, ήθελεν ίσως ανοίξει για άλλους καλύτερούς μου καλύτερο δρόμο” [22].

Προσπάθειες άλλων μεταφραστών είχαν γίνει, βέβαια, τόσο νωρίτερα (του Μ. Γ. Κάλλου το 1841, του Α. Μάτεση το 1872, του Ι. Δομενεγίνη το 1888, του Π. Κοκόλη το 1889 και του Φ. Καρρέρ το 1890), όσο και μεταγενέστερα (του Λ. Μαβίλη το 1899 -μόνο οι πρώτοι 50 στίχοι- και του Δ. Δάση το 1923), αλλά καμία δεν ξεπέρασε τις αρετές της μετάφρασης των “Τάφων” από τον Καλοσγούρο.

Οι 295 11σύλλαβοι στίχοι του πρωτοτύπου έχουν αποδοθεί με ισάριθμους 13σύλλαβους του Καλοσγούρου. Η ακρίβεια της μετάφρασης είναι θαυμαστή, η ατμόσφαιρα παρόμοια με του πρωτοτύπου. Η καθηγήτρια Γλ. Πρωτοπαπά – Μπουμπουλίδoυ, που μελέτησε τα δύο κείμενα συγκριτικά, έγραψε: “Ο συγκρίνων λεπτομερώς την ελληνικήν μετάφρασιν προς το ιταλικόν έργον διαπιστώνει την συνεχή προσπάθειαν του μεταφραστού όπως αναζητήση στίχον προς στίχον την ανάλογον προς το ξένον κείμενον ελληνικήν έκφρασιν και αποδώση εις την νεοελληνικήν γλώσσαν το κλασσικόν ύφος, την πυκνότητα του νοήματος και την επιγραμματικήν λιτότητα του Ζακυνθίου ποιητού” [23]. Ο Καλοσγούρος μετάφρασε επίσης τα Ειδύλλια του Θεοκρίτου και τον Προμηθέα δεσμώτη του Αισχύλου.

Ο Στέφανος Μαρτζώκης (1855-1913), γεννημένος στη Ζάκυνθο, υπήρξε καθηγητής της ιταλικής γλώσσας και δημοσίευσε ποιήματα τόσο στα Ελληνικά όσο και στα Ιταλικά [24].

Την ποίησή του τη διακρίνει ο στοχασμός και η φιλοσοφική ενατένιση της ζωής. Τα περισσότερα έργα του δημοσιεύτηκαν στον τόμο Άπαντα Μαρτζώκη (1925) με εισαγωγή του Μαρίνου Σιγούρου.

Ο Νίκος Κογεβίνας (1856-1897), φίλος του Μαβίλη, στη λιγόχρονη ζωή του επιδόθηκε στη μετάφραση κειμένων τόσο από την κλασική φιλολογία, όσο κι από τη γερμανική λογοτεχνία, ενώ μια μελέτη του για τον Βηλαρά έμεινε ανολοκλήρωτη. Μερικές μεταφράσεις του Κογεβίνα δημοσιεύτηκαν με το ψευδώνυμο Γλαύκος Πόντιος.

Από τη γερμανική λογοτεχνία ο Κογεβίνας μετέφρασε το ελεγείο του Γκαίτε “΄Αλεξις και Δώρα”, που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εικονογραφημένη Εστία το 1893, και το δράμα του ίδιου ποιητή Ιφιγένεια στην Ταυρική, που περιλήφθηκε στην έκδοση των έργων του μεταφραστή το 1916 [25].

Αριστοτεχνικές είναι οι μεταφράσεις των ποιημάτων του Σίλλερ, όπως “Ο Βουτηχτής”, η “Φαντασία για ένα λείψανο” και η “Καλοτυχία”. Η μετάφραση του “Βουτηχτή” μάλιστα έκανε τέτοια εντύπωση στον Παλαμά, ώστε να γράψει: “το αριστούργημα του Κογεβίνα είναι o “Βουτηχτής”… Ο Σίλλερ, αν εγνώριζε τα ελληνικά και τον έβλεπε, θα ημπορούσε να ανακράξη: Η Μούσά μου εθαυματούργησε δια δευτέραν φοράν” [26].

΄Oταν έστειλε τη μετάφραση του “Βουτηχτή” στο περιοδικό για δημοσίευση, ο Κογεβίνας σημείωνε μετριόφρονα πως το θεωρούσε “τόλμημα τέτοιοι αδάμαντες να δένωνται με άλλο μέταλλο από εκείνο που επρωτοχύθη δι’ αυτούς”. Είναι επίσης χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο Μαβίλης έστελνε τις μεταφράσεις του από τη Γερμανία, όπου σπούδαζε, στον Κογεβίνα και στον Καλοσγούρο να πουν τη γνώμη τους γι’ αυτές, πριν δημοσιευτούν.

Από τα Λατινικά ο Κογεβίνας μετέφρασε τις ελεγείες Α΄, Ε΄ και Ι΄ του Α΄ Βιβλίου του Τίβουλλου, από τα Αρχαία Ελληνικά ένα απόσπασμα από τον Προμηθέα λυόμενο του Αισχύλου και το “Περί κολακείας” από τους Ηθικούς χαρακτήρες του Θεοφράστου. Μετέφρασε ακόμα ο Κογεβίνας απόσπασμα από την τραγωδία Ο Αδέλχης του Μαντσόνι και ποιήματα του Γουλλιέλμου Χέϋ (Hey).

Ο Ανδρέας Κεφαλληνός (1856-1943), ήταν φιλόλογος και φίλος του Μαβίλη. Και ο Κεφαλληνός ασχολήθηκε με τη μετάφραση, όταν σπούδαζε στο εξωτερικό. Το 1880 τύπωσε στην Ιταλία αποσπάσματα από τα Οσσιανικά ποιήματα του Μακφέρσον [27]. Αργότερα, το 1882, εξέδωσε άλλη μεταφραστική εργασία του, «Τα τραγούδια της Σέλμας» [28] του ίδιου ποιητή και το 1915 δημοσίευσε τρίτο επεισόδιο από τα Οσσιανικά ποιήματα, “Ο πόλεμος της ΄Ινις – Θόνας [29].

Από τη γερμανόφωνη λογοτεχνία ο Κεφαλληνός μετέφρασε και δημοσίευσε το σύντομο βουκολικό πεζοτράγουδο “Παλαίμων” του Ελβετού ποιητή Σ. Γκέσσνερ (Gessner) [30] και από την ινδική φιλολογία τον “Θάνατο του Ιγναδάτα” [31] από το μακρό έπος Ραμάιανα, με εισαγωγή και υπομνήματα.

Και του Λορέντσου Μαβίλη (1860-1912) το μεταφραστικό έργο ξεπερνά σε έκταση το πρωτότυπό του. ΄Ομως από τις 20 περίπου μεταφράσεις ποιημάτων που έκανε ο Μαβίλης μόνο 4 δημοσιεύτηκαν από τον ίδιο. Οι υπόλοιπες δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στην πρώτη έκδοση των έργων του [32] και, μ’ όλο που αποτελούν σχεδιάσματα μεταφραστικών ασκήσεων, είναι αξιολογότατες. Οι περισσότερες χρονολογούνται στην περίοδο 1884-85, όταν ο Μαβίλης σπούδαζε στο Μόναχο.

Οι μεταφράσεις που φιλοτέχνησε ο Μαβίλης από τις ευρωπαϊκές λογοτεχνίες είναι οι επόμενες:

Από τη γερμανική λογοτεχνία: Από τον Φάουστ του Γκαίτε 31 μόνο στίχους, τη μπαλάντα “Λενώρα” του Μπύργκερ (Bόrger) “Το παράπονο της Δήμητρας” και ένα απόσπασμα από τον Γουλιέλμο Τέλλο του Σίλλερ, τις μπαλάντες “Η κατάρα του τραγουδιστή” και “Ο τυφλός βασιλιάς” του Ούλαντ (Uhland) και δύο στίχους του Λενάου (Lenau).

Από την αγγλική λογοτεχνία: Από τον Ρωμαίο και Ιουλιέτα του Σαίξπηρ 36 μόνο στίχους από τη σκηνή του αποχωρισμού, από την “Παρισίνα” του Μπάυρον (Βyron) τους πρώτους 126 στίχους, από τον Προμηθέα λυόμενο του Σέλλεϋ (Shelley) 451 στίχους, από την “Αρέθουσα” του ίδιου ποιητή μόνο 16 στίχους, ολόκληρο τον Σαούλ του Ρόμπερτ Μπράουνινγκ (Browning), και από τον΄Ενοχ ΄Αρντεν του Τέννυσον (Tennyson) τους πρώτους 26 στίχους.

Από την ιταλική λογοτεχνία: Εφτά στίχους από την Κόλαση (Ι, 1-7) και 9 από τον Παράδεισο του Δάντη, το “Σαββάτο στο χωριό” του Λεοπάρντι (Leopardi) και τους πρώτους 53 στίχους από τους “Τάφους” του Φόσκολου.

Στον κατάλογο αυτό θα πρέπει να προστεθούν η μετάφραση από τα Λατινικά του Α΄ και Β΄ Βιβλίου της Αινειάδας του Βιργιλίου καθώς και του αποσπάσματος “Νάλας και Νταμαγιάντη” από το μακρό ινδικό έπος Μαχαμπχαράτα από τη σανσκριτική γλώσσα.

Η σημασία που απέδιδε ο Μαβίλης στις μεταφράσεις σπουδαίων έργων, όταν ήταν φοιτητής, διατηρήθηκε και αργότερα. Τη βλέπουμε σε γράμμα του από τις 24 Σεπτεμβρίου 1907 προς τον Ιταλό ελληνιστή Εliseo Brighenti, προς τον οποίο έστελνε και δύο μεταφράσεις τού πριν από λίγα χρόνια αποθανόντος φίλου του Νίκου Κογεβίνα, για να περιληφθούν στην έκδοση μιας ελληνικής ανθολογίας που ετοίμαζε ο Μπριγκέντι: “Ξέρω ότι αποστρέφεσθε να δημοσιεύσετε μεταφράσεις. Ομως δεν νομίζω ότι η εικόνα που θα δώσετε στους Ιταλούς μελετητές της νεοελ-ληνικής λογοτεχνίας θα είναι πλήρης χωρίς να προστεθούν μερικές τουλάχιστον από τις καλύτερες μεταφράσεις της Επτανησιακής Σχολής. Και στις άλλες λογοτεχνίες η μετάφραση ξένων έργων είχε μεγάλη επίδραση στην εξέλιξη της λογοτεχνικής γλώσσας και της εθνικής παραγωγής, στην Ελλάδα δε η επίδραση αυτή υπήρξε σημαντική. Και είναι προνόμιο των Κερκυραίων λογοτεχνών που θυσίασαν τις εύκολες δάφνες της πρωτοτυπίας και προτίμησαν να προσφέρουν στο έθνος εκλεκτές μεταφράσεις κλασικών έργων παλιών και νεότερων, αναπτύσσοντας με τον τρόπο αυτό το λεπτό αίσθημα και τελειοποιώντας τη γλώσσα” [33]

Οι μεταφράσεις του Μαβίλη αποδεικνύουν την επιμέλεια του ποιητή στο σμίλευμα του στίχου και την προσκόλληση στο νόημα του κειμένου, παρατηρούνται όμως αποκλίσεις από τη μορφή. Το “Σαββάτο στο χωριό”, λόγου χάρη, αποδόθηκε με 11 υπεράριθμους στίχους, διατηρήθηκε όμως η ατμόσφαιρα της νοσταλγίας που χαρακτηρίζει το πρωτότυπο κείμενο [34].

2. Νεώτεροι Επτανήσιοι μεταφραστές

Η μεταφραστική παράδοση που δημιούργησαν οι μαθητές και οπαδοί του Σολωμού συνεχίστηκε στα Επτάνησα από τους νεώτερους ποιητές και λογίους, που, παράλληλα με το πρωτότυπό τους έργο, ασχολήθηκαν με τη μετάφραση λογοτεχνικών έργων από τις ευρωπαϊκές λογοτεχνίες και ιδιαίτερα από την ιταλική. Οι αξιολογότεροι από αυτούς τους μεταφραστές, κατά χρονολογική σειρά γέννησης, είναι οι παρακάτω:

Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872-1923) δεν είναι μόνο ο πεζογράφος που εισήγαγε το “κοινωνιστικό” μυθιστόρημα στη νεοελληνική λογοτεχνία, είναι και ο ακάματος μεταφραστής που μάς χάρισε έξοχες μεταφράσεις έργων τόσο από τις ευρωπαϊκές λογοτεχνίες (αγγλική, γερμανική, γαλλική) όσο και από τη λατινική και ακόμα από την αρχαία ινδική. Είναι ο συγγραφέας για τον οποίο ειπώθηκε ότι θα έπρεπε να μεταφράζεται αντί να μεταφράζει.

Ο Θεοτόκης σπούδασε στο Παρίσι και έζησε στην Ιταλία, στη Γερμανία και στην Αυστρία. Το 1894 εγκαταστάθηκε με τη γυναίκα του Ερνεστίνη φον Μάλοβιτς στο αρχοντικό των προγόνων του στο χωριό Καρουσάδες, όπου και άρχισε το καθαυτό συγγραφικό του έργο.

Στο χρονικό διάστημα 1910-16 ο Θεοτόκης ασχολήθηκε με τη μετάφραση των ακόλουθων 5 έργων του Σαίξπηρ: Βασιλιάς Ληρ (που παραμένει ακόμα ανέκδοτο), Οθέλλος[35], Η Τρικυμία [36],  Μάκβεθ [37] και Ο Άμλετ [38]. Μερικά αποσπάσματα από τις μεταφράσεις αυτές είχαν δημοσιευθεί σε περιοδικά πριν από τον θάνατο του Θεοτόκη. Από τα Aγγλικά μετέφρασε επίσης τα Προβλήματα της Φιλοσοφίας του Μπέρτραντ Ράσσελ (Russel) [39].

Άλλες μεταφράσεις του Θεοτόκη: Από τη γερμανική λογοτεχνία: Σίλλερ, “Η περιωπή της γυναικός”. Χάινε (Heine), “Η λιτανεία”, “Τραγούδι”, “Η Λορελάη”. Γκαίτε, Ερμάνος και Δωροθέα [40] και “Μινιόν”.

Από τη γαλλική λογοτεχνία: Η κυρία Μποβαρύ του Φλωμπέρ (Flaubert) [41].

Από τα Λατινικά: Τα Γεωργικά [42] του Βιργιλίου και το Περί Φύσεως [43] του Λουκρητίου.

Aπό τα Σανσκριτικά: Πολλούς Βαιδικούς ύμνους, την Σακουντάλα [44] του Καλιδάσα και από το μακρό έπος Μαχαμπχαράτα το επεισόδιο “Νάλας και Νταμαγιάντη” [45] (συμπλήρωμα στη μετάφραση του Μαβίλη).

Αναφέρονται επίσης μεταφράσεις δύο έργων από τα Αρχαία Ελληνικά, του Φαίδωνα και της Λυσιστράτης , που παραμένουν ανέκδοτες.

Ο φίλος του Ν. Λεφτεριώτης, σε άρθρο του για το έργο του Θεοτόκη έγραψε: “Από αγάπη προς τον τόπο του έκαμε όλο εκείνο το τεράστιο μεταφραστικό έργο, αδικώντας έτσι, το μεγάλο του δημιουργικό ταλέντο. Επιθυμούσε να χαρίσει στην πατρίδα του σε αριστοτεχνικές μεταφράσεις όσο μπορούσε περισσότερα αριστουργήματα από τις αρχαίες και νέες φιλολογίες και γι’ αυτό αδιαφορούσε αν θ’ αδικούσε ή όχι τον εαυτό του” [46].

Αλλά και η γνώμη της Ειρήνης Δεντρτινού, που γνώριζε πολύ καλά τον Θεοτόκη, συμπληρώνει τη φυσιογνωμία του έργου του Κερκυραίου μεταφραστή: “Το μεταφραστικό του έργο είναι σημαντικότατο όχι μόνο σε ποιότητα αλλά και σε ποσότητα και δικαιούμαστε, δίχως το φόβο να μας αντιλέξει κανείς, να πούμε πως κανένας ΄Ελληνας μεταφραστής δεν ξεπερνάει το Θεοτόκη στη μέθοδο, στην ακρίβεια, στην ορθή μετάδοση του κειμένου, στην τέλεια του στίχου μορφή, στην απόδοση της ιδέας του συγγραφέα. Είναι απαράμιλλος” [47].

Αν θα θέλαμε να σταθούμε σε μία τουλάχιστον από τις μεταφράσεις του Θεοτόκη έργου του Σαίξπηρ, στον Οθέλλο, θα βλέπαμε συγκρίνοντάς την με το πρωτότυπο κείμενο, ότι ο Θεοτόκης είναι ο μόνος μεταφραστής του οποίου ο 11σύλλαβος στίχος πλησίασε σε μήκος τον10σύλλαβο στίχο τού Σαίξπηρ. Η ακρίβεια στη μετάδοση της έννοιας είναι αξιοζήλευτη. Δεν υπάρχουν αποκλίσεις ή παραλείψεις, σε ορισμένα όμως σημεία ελαττώνεται η ένταση του ποιητικού λόγου του ΄Αγγλου δραματουργού.

΄Ενα άλλο χαρακτηριστικό φαινόμενο είναι ότι στις μεταφράσεις του ο Θεοτόκης, όπως παλαιότερα ο Πολυλάς και σε λιγότερη έκταση ο Μαβίλης, χρησιμοποίησε πολλές ιδιωματικές λέξεις όπως σκάθρα, κούτσουπα, μαντούρα, ξαντά, μαγληνό, βουρλίδι, ταχτιρβάνι κ. ά, που προβληματίζουν τον αναγνώστη. Αυτό έκανε τον κριτικό του θεάτρου Φώτο Πολίτη να γράψει ότι η ανυπόφορα ιδιωματική γλώσσα κάνει τις μεταφράσεις δύσκολες και ανιαρές [48] και τον ιστορικό του θεάτρου Γιάννη Σιδέρη να πει πως, όταν ο Θεοτόκης μετάφραζε, είχε στο νου του τη γενέτειρά του [49].

Ο Κώστας Καιροφύλας (1877-1961) υπήρξε δημοσιογράφος ιστορικός συγγραφέας και μεταφραστής. Γεννημένος στη Ζάκυνθο, έμαθε από νεαρή ηλικία Ιταλικά και Γαλλικά και σπούδασε Φιλολογία και Νομικά στην Αθήνα. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1899 με τη μετάφραση τόμου ποιημάτων του Ιταλού ποιητή Στεκέττι, που κρίθηκε επαινετικά από τον Παλαμά. Εργάστηκε ως μεταφραστής στην εφημερίδα Ακρόπολη, μεταγλωττίζοντας άρθρα ιταλικών και γαλλικών εφημερίδων. Ανταποκριτής διαφόρων ελληνικών εφημερίδων στο εξωτερικό (Ρώμη, Παρίσι, Νέα Υόρκη), επιδόθηκε στην έρευνα και συγκέντρωσε υλικό για τη σύνθεση των ιστορικών μελετών του. Η μελέτη του Ο άγνωστος Σολωμός (1927) θεωρείται σημαντικότατη συμβολή στην έρευνα για τη ζωή και το έργο του εθνικού μας ποιητή. Στον μεταφραστικό τομέα ανεκτίμητη είναι η μετάφραση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη. Ο Καιροφύλας υπήρξε πολυγραφότατος. Οι ιστορικές μελέτες του και μόνον ξεπερνούν τις χίλιες. Μετέφρασε ακόμη τον Βίο του Χριστού του Τζιοβάννι Παπίνι και την Ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος του Ουίλλιαμ Μίλλερ [50].

Η Ειρήνη Δεντρινού (1879-1974) ανέπτυξε λογοτεχνική και κοινωνική δραστηριότητα. Στα χρόνια 1915-18 ίδρυσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη το περιοδικό Κερκυραϊκή Ανθολογία όπου συνεργάστηκαν με κείμενά τους εξέχοντες άνθρωποι των γραμμάτων. Δημοσίευσε ποιήματα, διηγήματα, κριτικές μελέτες και έδωσε πολλές διαλέξεις. Στις δημοσιευμένες μεταφράσεις της περιλαμβάνονται δύο σονέτα του Πετράρχη, δύο ποιήματα του Σουλλύ Πρυντώμ και ένα του Στεκέττι. Μετέφρασε επίσης το Σερβικό δημοτικό τραγούδι “Η μάνα των εννιά παλληκαριών” από τον κύκλο της μάχης του Κόσσοβου (1389) [51].

Ο Νίκος Καρβούνης (1880-1947) γεννήθηκε στην Ιθάκη και εργάστηκε ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες Σκριπτ, Πολιτεία, Εστία και Πρωία. ΄Ηταν γλωσσομαθής και μετέφρασε ποιήματα από την αγγλική και την αμερικανική λογοτεχνία. [52]

Ο Μαρίνος Σιγούρος (1885-1961) ήταν επίσης Ζακυνθινός, γιος γιατρού και ιταλίδας κόμισσας. Σπούδασε Νομικά και υπηρέτησε στο υπουργείο Εξωτερικών. Στο μεταφραστικό του έργο συγκαταλέγονται κείμενα τόσο της κλασικής αρχαιότητας όσο και της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας ιδίως μάλιστα της ιταλικής. [53]

Ο Θεόδωρος Μακρής (1885-1970) γεννήθηκε στους Παξούς και σπούδασε Nομικά στην Αθήνα. ΄Εζησε στην Κέρκυρα όπου υπήρξε πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου και της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών επί πολλά χρόνια. Από νεαρός ασχολήθηκε με τη μελέτη της επτανησιακής λογοτεχνίας και δημοσίευσε διάφορες μελέτες. ΄Εγραψε ποιήματα που διακρίνονται για το λυρισμό τους και φιλοτέχνησε μεταφράσεις ποιημάτων Ιταλών ποιητών (Δάντης, Πετράρχης, Λεοπάρντι, Καρντούτσι, Πάσκολι) και Γάλλων (Νερβάλ, Μυσσέ, Λεκόντ ντε Λιλ, Ερεντιά, Βερλαίν, Μιστράλ). [54]

Ο Γεράσιμος Σπαταλάς (1887-1971) γεννήθηκε στην Κέρκυρα, σπούδασε Φιλολογία και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου συνεργάστηκε σε διάφορα περιοδικά δημοσιεύοντας μεταφράσεις των Δάντη, Πετράρχη, Λεοπάρντι, Καρντούτσι κ. ά. Υπήρξε ευαίσθητος μελετητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας και έγραψε πληθώρα πραγματειών, μεταξύ των οποίων περισπούδαστη είναι Τα νεανικά ιταλικά ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού (1936). [55]

Ο Νίκος Λευθεριώτης (1889-1962) γεννήθηκε και πέθανε στην Κέρκυρα. Υπηρέτησε στο Αρχειοφυλακείο Κερκύρας και ήταν βαθύς γνώστης της επτανησιακής γραμματείας και ιστορίας. ΄Ηταν μέλος της “Συντροφιάς των Εννέα” (Ε. Δεντρινού, Κ. Θεοτόκης, Ν. Λευθεριώτης, Α. Μουσούρης, Κ. Χατζόπουλος, Λ. Πορφύρας, Π. Σταματελόπουλος, Μ. Ζαβιτσιάνος, Λ. Κογεβίνας) που εξέδωσε το περιοδικό Κερκυραϊκή Ανθολογία, όπου δημοσιεύτηκαν μεταφράσεις του ποιημάτων του Χάινε και του Μωρεάς. [56]

Ο Αρσένης Γεροντικός (1900-1990) γεννήθηκε στην Κέρκυρα και πέθανε στα Γιάννενα. Σπούδασε ξένες γλώσσες στο εξωτερικό (Γαλλία, Ελβετία), όπου έζησε αρκετά χρόνια. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε στα Γιάννενα, όπου δίδαξε τη γαλλική γλώσσα στη Μέση Εκπαίδευση και στην Παιδαγωγική Ακαδημία. Συνεργάτης του περιοδικού Ηπειρωτική Εστία επί πολλά χρόνια, δημοσίευσε μεταφράσεις από τα Γαλλικά (Λα Φονταίν, Ρακίνας, Ρεμπώ, Μπωντλαίρ), από τα Γερμανικά (Γκαίτε, Σίλλερ), από τα Αγγλικά (Μπερνς, Πόου) και από τα Ιταλικά (Δάντης κ. ά.). [57]

Ο Σπύρος Σκιαδαρέσης, μουσικολόγος και συγγραφέας, γεννήθηκε στο Αργοστόλι το 1902 και πέθανε στην Αθήνα το 1967. Σπούδασε στο Παρίσι και αργότερα έγινε συνεργάτης και στέλεχος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και του Εθνικού Θεάτρου. Ο Σκιαδαρέσης δημοσίευσε μελέτες για τη μουσική και εξαιρετικά φροντισμένες μεταφράσεις ποιημάτων του Φρανσουά Βιγιόν και άλλων Γάλλων συγγραφέων. Οι μπαλλάντες και άλλα ποιήματα του Βιγιόν εκδόθηκαν από το Γαλλικό Ινστιτιούτο Αθηνών το 1947 και επανεκδόθηκαν το 1979. [58]

Σημαντική πνευματική μορφή της μεταπολεμικής Κέρκυρας υπήρξε ο Μιχαήλ Ι. Δεσύλλας (1914-1970). Δημοτικός σύμβουλος επί πολλά χρόνια, πρωτοστάτησε στην πολιτιστική ζωή του τόπου και ανέπτυξε ποικίλη δραστηριότητα. Μαζί με τη Μαρή Ασπιώτη εξέδωσαν το βραχύβιο περιοδικό Πρόσπερος, όπου δημοσιεύτηκαν ορισμένα ποιήματά του και μεταφράσεις του από την ιταλική, τη γαλλική και την αγγλική λογοτεχνία. ΄Οπως γράφει ο φίλος του, καθηγητής Τάσος Παπαναστασάτος, που προλόγισε την έκδοση των ποιημάτων τού Δεσύλα, “΄Ο,τι κυρίως έκανε εντύπωση σ’ όσους πλησίαζαν τον Δεσύλλα ήταν η πλατειά καλλιέργειά του, μια καλλιέργεια ευρωπαϊκή, η οποία όμως δεν τον εμπόδιζε να διατηρεί την αίσθηση της ελληνικότητάς του, δεν τον ξέκοβε από τις ρίζες της ελληνικής και της εφτανησιώτικης παράδοσης”. [59]

Ο Νίκος Σπάνιας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924 από Ζακύνθιους γονείς. Σπούδασε Αμερικανική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο και ασχολήθηκε με το θέατρο. Οι περισσότερες μεταφράσεις του εκδόθηκαν ξεχωριστό τόμο στη Νέα Υόρκη το 1972. Στον τόμο αυτό περιλαμβάνονται μεταφράσεις ποιημάτων των Χέλντερλιν, Λεοπάρντι, Βαλερύ, Μπωντλαίρ, Μαλλαρμέ, Νερούντα, Λόρκα κ. ά.

Ο Τάσος Κόρφης (1929-1994, φιλολογικό ψευδώνυμο του Κερκυραίου Αναστασίου Ρομποτή, ανώτατου αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού), ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία από νεαρότατη ηλικία. ΄Εγραψε και δημοσίευσε ποιήματα και διηγήματα και ανέπτυξε αξιόλογη εκδοτική δραστηριότητα με έργα ιδίως των ποιητών του μεσοπολέμου (Παπανικολάου, Δρίβα, Λαπαθιώτη). Επίσης δημοσίευσε μελέτες για την ελληνική και ξένη λογοτεχνία στο βιβλίο του Καταθέσεις όψεως (1982).΄Ηταν συστηματικός εκδότης του περιοδικού Ανακύκληση. Ο Κόρφης μετέφρασε ποιήματα των Αμερικανών ΄Εζρα Πάουντ και Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς. [60]

Η Μαρή Ασπιώτη (1909-2000) γεννήθηκε στην Κέρκυρα και διδάχτηκε τα εγκύκλια μαθήματα και Γαλλικά και Αγγλικά από οικοδιδάσκαλους. Σε ηλικία 19 ετών, με τη συνεργασία του Rene Puaux, έγραψε βιβλίο σχετικό με την Κέρκυρα που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1930. Υπηρέτησε ως εθελόντρια του Ερυθρού Σταυρού κατά τη διάρκεια του τελευταίου πολέμου και μετά την απελευθέρωση, εργάστηκε στη Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή και στην Αγγλοελληνική Υπηρεσία Πληροφοριών. Το 1946 ανέλαβε τη διεύθυνση του Βρετανικού Ινστιτούτου Κερκύρας και, το 1955, μετά τα δραματικά γεγονότα στην Κύπρο, παραιτήθηκε, σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Στο διάστημα αυτό με τη φροντίδα της εκδόθηκε το περιοδικό Πρόσπερος (9 τεύχη), στο οποίο δημοσιεύτηκαν λογοτεχνικές μεταφράσεις τόσο της ίδιας όσο και άλλων διανοουμένων Κερκυραίων. Η Μαρή Ασπιώτη δημοσίευσε, εκτός των άλλων, μία μελέτη για το ανάκτορο της Κέρκυρας και άλλη μία για τον ύπατο αρμοστή Νιούτζεντ (Nugent). [61]

3. Σύγχρονοι Επτανήσιοι μεταφραστές

Ο Νάσος Δετζώρτζης γεννήθηκε το 1911 στην Κέρκυρα. Λογοτέχνης, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων, έζησε από νεαρή ηλικία στην Αθήνα, όπου σπούδασε Φιλολογία και αργότερα εργάστηκε στην Τράπεζα Ελλάδος. Μετά τη μεταπολίτευση τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος της Υπηρεσίας Μεταγλωττίσεως των δελτίων ειδήσεων της ΕΡΤ. Το 1975 του ανατέθηκε από το υπουργείο Παιδείας η αναθεώρηση της Νεοελληνικής Γραμματικής του ΟΕΔΒ και είναι επίτευγμά του η καθιέρωση του -ει στις καταλήξεις των ρημάτων. Συνεργάστηκε στα περιοδικά Νέα Εστία, Νέα Γράμματα, Φιλολογικός Νέος Κόσμος, Κύκλος, Γράμματα και Τέχνες, Διαβάζω και Εντευκτήριο. Το 1995 του απονεμήθηκε το ειδικό κρατικό βραβείο λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Ο Δετζώρτζης, εκτός των άλλων έργων του, έχει εκδώσει σε αυτοτελείς τόμους μεταφράσεις των έργων του Ρομαίν Ρολάν Ο βίος του Μπετόβεν, του Αντρέ Μωρουά Η γη της επαγγελίας, του Ρομαίν Γκαρύ Ευρωπαϊκή θητεία και του Σάμιουελ Μπέκετ τον Ερημωτή. Πολλές μεταφράσεις ποιημάτων των Προυστ, Βαλερύ, Κλωντέλ, Ελυάρ και Μωπασάν έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα περιοδικά. [62]

Ο Κωνσταντίνος Γρόλλιος γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1917 και σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στο οποίο το 1961 έγινε τακτικός καθηγητής της Λατινικής Φιλολογίας. Νωρίτερα είχε μετεκπαιδευτεί στο Μπρίστολ, στο Παρίσι και στην Οξφόρδη. Το 1994 εκλέχτηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Ασχολήθηκε τόσο με τη συγγραφή επιστημονικών έργων όσο και με τη μετάφραση από τα Λατινικά και την Αγγλική Λογοτεχνία και έγραψε μελέτες για την επτανησιακή λογοτεχνία. [63]

Ο Ιάσων Δεπούντης γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1919 και ζει στην Ελβετία από το 1969. Σπούδασε Παιδαγωγικά, Μαθηματικά και Εφηρμοσμένη Ψυχολογία. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές Από τη θάλασσα (1946 και 1962), Ακατοίκητη νύχτα (1948 και 1962), Systema Naturae (1969 και 1984), Η οριακή (ορατή) υπέρβαση (1997). Μεταφράσεις του: Σπουν Ρίβερ Ανθολογία του ΄Εντγκαρ Λη Μάστερς, Νεκρολογίες του Ελβετού ποιητή Κουρτ Μάρτι και Η οργή του οράματος του Μπ. Φοντάν. Ο Δεπούντης συνεργάζεται με ελληνικά και ξένα λογοτεχνικά περιοδικά και ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στην αγγλική, στη γερμανική και σε άλλες γλώσσες. Ποιήματά του έχουν περιληφθεί επίσης σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες. Από τα κείμενα του πεζού λόγου ξεχωρίζει το βιβλίο Χ. Α. Ντόννετ, Ο βομβαρδισμός μιας άμαχης πολιτείας. Το 1992 τιμήθηκε από την Ομοσπονδία Συλλόγων και Κοινοτήτων Ελλήνων Μεταναστών της Ελβετίας. [64]

Ο Δημήτρης Ι. Σουρβίνος γεννήθηκε στους Παξούς το 1924 και ζει στην Κέρκυρα. Παρακολούθησε μαθήματα Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ασχολήθηκε με την κατ’ οίκον διδασκαλία ιταλικών και μαθηματικών. Πρωτοπαρουσίασε ποιήματά του το 1982 στο περιοδικό Πόρφυρας και έχει εκδώσει 4 ποιητικές συλλογές. Για τη συλλογή του Τεφροδόχος (1985) τού απονεμήθηκε το Βραβείο Ποίησης από τον Δήμο Αθηναλίιων. Ο Σουρβίνος έχει μεταφράσει ποιήματα των Ιταλών ποιητών Παβέζε, Καρνταρέλλι και Κουαζίμοντο.

Ο Τάσος Παπαναστασάτος γεννήθηκε το 1929 στην Κέρκυρα. Σπούδασε στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή του Πειραιά και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοικητική των Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο της Λουβαίν (Βέλγιο). Επαγγελματικά σταδιοδρόμησε ως στέλεχος διαφόρων επιχειρήσεων και ως Διευθυντής του Γενικού Λογιστηρίου της Ιονικής Τράπεζας. Το 1980 ανέλαβε διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς από το οποίο αποχώρησε ως Αναπληρωτής Καθηγητής. Στο πλαίσιο της ερασιτεχνικής ενασχόλησής του με τη λογοτεχνία δημοσίευσε επιμελημένες μεταφράσεις κυρίως αγγλικής ποίησης.

Ο Ορέστης Αλεξάκης γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1931 και σπούδασε Νομικά στην Αθήνα. Στο διάστημα της δικτατορίας αυτοεξορίστηκε στη Δυτική Γερμανία. Συνεργάστηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό της Κέρκυρας Πόρφυρας. ΄Εχει εκδώσει 4 ποιητικές συλλογές και έχει μεταφράσει σύγχρονους Γερμανούς ποιητές.

Ο Πάνος Καραγιώργος (1937) συμπεριλαμβάνεται εδώ extra ordinem, επειδή ζει στην Κέρκυρα από 20ετίας. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και με υποτροφία του ΙΚΥ συνέχισε τις σπουδές του στο Ινστιτούτο Σαίξπηρ του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ, από το οποίο ανακηρύχτηκε διδάκτορας (Ph. D) το 1976. Έχει μεταφράσει και δημοσιεύσει έμμετρα και πεζά κείμενα της Αγγλικής Λογοτεχνίας, όπως το βιβλίο του Λώρενς Ντάρρελ για την Κέρκυρα [65] (έκδοση του Δήμου Κερκυραίων, 1993), και το έπος Μπέογουλφ,[66] (βραβείο της Ελληνικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας, 1997). Ερευνητής του επτανησιακού πολιτισμού, έχει ανακαλύψει σε αγγλικά αρχεία και έχει δημοσιεύσει επιστολές του Σολωμού και του Κάλβου προς τον λόρδο Guilford [67] . Από το 1982 διδάσκει Αγγλική Γλώσσα, Λογοτεχνία και Μετάφραση στο Τμήμα Μετάφρασης του Ιονίου Πανεπιστημίου.

Ο Κώστας Σουέρεφ γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1952 . Σπούδασε Ιστορία, Αρχαιολογία και Αρχαία Φιλολογία. Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εργασίες του εκδόθηκαν στις ομαδικές συλλογές Παρέα δημιουργίας (1969), Στιγμές (1970), Πέντε χρόνια (1975) και Εξήντα πέντε νέοι ποιητές (1977). Συνεργάτης του περιοδικού Πόρφυρας από την ίδρυσή του με ποίηση, μεταφράσεις, δοκίμια και σχόλια για τον κινηματογράφο. ΄Εχει εκδώσει επίσης μεταφράσεις του βιβλίου τού Ουμπέρτο ‘Εκο Πολιτιστικά κοιτάσματα (1992) και της συλλογής ποιημάτων τού Πάμπλο Νερούντα Todo el Amor .

Η Μαρία Μαρτζούκου γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1958. Σπούδασε Αρχαία Ελληνική και Φινλανδική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι και Νέα Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Μετέφρασε κείμενα από την Φινλανδική Λογοτεχνία για τα περιοδικά Πολιορκία, Ευθύνη, Λέξη, Διαβάζω και Εντευκτήριο, καθώς και για το Δελτίο της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας. Μεταφράσεις και δοκίμιά της δημοσιεύτηκαν επίσης στο λογοτεχνικό περιοδικό της Κέρκυρας Πόρφυρας, με το οποίο συνεργάζεται τακτικά. ΄Εχει εκδώσει μεταφράσεις των παρακάτω έργων: Πένττι Σάαρικόσκι, Τί συμβαίνει αλήθεια; (1987), Κάλεβάλα, το φινλανδικό έπος (αποσπάσματα, 1992), Νέοι Φινλανδοί ποιητές (1994), Ζαχαρίας Τοπέλιους, Παραμύθια από τον μακρινό Βορρά (1994) και Βάινο Λίννα, Ο άγνωστος στρατιώτης. Για τη μετάφραση της Κάλεβάλα έλαβε τιμητική διάκριση από την Ελληνική Εταιρεία Μεταφραστών Λογοτεχνίας. ΄Εχει τιμηθεί από τον Πρόεδρο της Φινλανδικής Δημοκρατίας.

O Γιώργος Κεντρωτής, Κυθήριος, γεννήθηκε το 1958 στους Μολάους της Λακωνίας. Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες στην Αθήνα και στο Πανεπιστήμιο του Ζααρμπρύκεν της Γερμανίας. Διδάσκει Θεωρία και Πράξη της Μετάφρασης στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου. ΄Eχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, έργα των Μούζιλ, Παβέζε, Χόφμανσταλ, Μπροχ, Κλέε και Καντίνσκυ.

Ο Δημήτρης Δεπούντης, Κερκυραϊκής καταγωγής, γεννήθηκε το 1959 στην Αθήνα και ζει από το 1969 στην Ελβετία. Είναι διδάκτωρ της Γερμανικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Βασιλείας. ΄Εχει μεταφράσει στα ελληνικά ποιήματα των Κουρτ Μάρτι και Λόρεντς Λότμαρ. Ασχολείται επίσης με επιμέλειες και εκδόσεις κειμένων καθώς και με τη φιλολογική έρευνα χειρογράφων του κρατικού λογοτεχνικού αρχείου της Ελβετίας στη Βέρνη. Διδάσκει την ελληνική γλώσσα στην Βασιλεία και στη Ζυρίχη.

Ο Σωτήρης Τριβιζάς γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1960. Σπούδασε Φιλολογία και Δημοσιογραφία στη Θεσσαλονίκη. Δημοσίευσε 4 ποιητικές συλλογές, μια μελέτη για την υποδοχή του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα και συνέταξε μια ανθολογία ποιητών του Μεσοπολέμου. Μετέφρασε Ιταλούς ποιητές και πεζογράφους (Ουνγκαρέττι, Παβέζε, Βέργκα, Πιραντέλλο, Μοράβια, Μπουτσάτι). Μεταφράσεις του που τυπώθηκαν σε βιβλία είναι το Χάος (1996) του Λουίτζι Πιραντέλλο και Ο θάνατος θα ‘ρθει και θα’χει τα μάτια σου (1997) του Τσέζαρε Παβέζε.

Οι παραπάνω μεταφραστές, από τους οποίους οι περισσότεροι είναι γεννημένοι στην Κέρκυρα, έδωσαν ένα αξιόλογο έργο τόσο σε έκταση όσο και σε ποιότητα. Αριστουργήματα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας έγιναν γνωστά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό χάρη στις ευσυνείδητες προσπάθειες των Επτανησίων μεταφραστών. Με τις μεταφράσεις αυτές το πολιτιστικό επίπεδο του αναγνωστικού κοινού ανέβηκε, η δημοτική γλώσσα καλλιεργήθηκε και η νεοελληνική λογοτεχνία εμπλουτίσθηκε.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Kώστα Δαφνή, Προλεγόμενα στην Κερκυραϊκή Σχολή της Ειρήνης Δεντρινού, Β΄ έκδοση (Κερκυραϊκά Χρονικά, τόμος ΙΙΙ) Κέρκυρα, 1971, σ. 6.

2. Ελένης Κυπρή, “Η μίμηση του τραγουδιού της Δυσδεμόνας από τον Σολωμό”, Παρνασσός, Στ΄ (1964) 431-440.

3. Βλ. την εισαγωγή στην έκδοση των Απάντων του Μάτεση από την Γλ. Πρωτοπαπά – Μπουμπουλίδου, Αθήνα, 1968, σσ. ιδ΄-ιστ΄ και σημ. 20.

4. Άπαντα Αντωνίου Μάτεσι. Μετά ιστορικών προλεγομένων, σημειώσεων και γλωσσαρίων. Εν Ζακύνθω. Εκ του τυπογραφείου “Ο Παρνασσός” του Εκδότου Σεργίου Χ. Ραφτάνη. 1881, σ. 14.

5. Περιοδ. Ζακύνθιος Ανθών, Β΄ (1877) 397, όπως αναφέρεται από τον Φάνη Μιχαλόπουλο στη μελέτη του “Ιούλιος Τυπάλδος”, Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, Δ΄(1950) 376.

6. Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, Δ΄ (1950) 376. Η πιο πρόσφατη έκδοση των έργων του Τυπάλδου είναι αυτή που έγινε με την επιμέλεια του Ντίνου Κονόμου το 1953.

7. Η Τρικυμία, δράμα του Ουϊλιέλμου Σέικσπηρ. Μετάφρασις Ι. Πολιλλά, Κερκυραίου, Κερκύρα, Τυπογραφείον Σχερία, 1855.

8. Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη Φέξη. Σαίξπηρ, Η Τρικυμία. Δράμα εις πράξεις 5. Μετάφρασις Ιακώβου Πολυλά, Εν Αθήναις, Εκδοτικός Οίκος Γεωργίου Φέξη. 1913.

9. Αμλέτος, τραγωδία του Σαικσπήρου. Έμμετρος μετάφρασις Ιακώβου Πολυλά με προλεγόμενα και κριτικάς σημειώσεις. Εν Αθήναις, Εκ του Τυπογραφείου Αδελφών Περρή, 1889.

10. ΄Οπ. παρ.,”Προοίμιον μεταφράσεως Αμλέτου”.

11. Περιοδ. Εστία, 1884, σ. 175. Βλ. και Γ. Καλοσγούρου, Κριτικά κείμενα. Επιμέλεια – εισαγωγή – σχόλια

Κώστα Δαφνή (Κερκυραϊκά Χρονικά, τόμος ΧΧVIII), Κέρκυρα 1986, σσ. ιε΄- ιζ΄.

12. Τα Άπαντα του Μαρκορά εκδόθηκαν από τον Γ. Βαλέτα (Αθήνα, 1950). Στην έκδοση αυτή περιέχονται τόσο τα κείμενα των μεταφράσεων (σσ. 340-357) όσο και εκτενής βιβλιογραφία.

13. Ερασμίας – Λουίζας Σταυροπούλου, Παναγιώτης Πανάς (1832-1896). Ένας ριζοσπάστης ρομαντικός. Αθήνα, 1987.

14. Το άρθρο αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Σωτήρη Σκίπη Κάτω από το δέντρο της ζωής. Δοκίμια και πορτραίτα. Αθήνα, 1938, σ. 95.

15. Σωτήρη Σκίπη, όπ. παρ., σ. 97. Βλ. και τη διάλεξη της Ειρήνης Δεντρινού για τον Χρυσομάλλη στο βιβλίο της Η Κερκυραϊκή Σχολή, Προλεγόμενα Κ. Δαφνή (Κερκυραϊκά Χρονικά, τόμ. ΙΙΙ) σσ. 71-84.

16. Η Κόλασις του Δάντου εξελληνισθείσα εμμέτρως και με σημειώσεις εξηγητικές, ιστορικές και φιλολογικές αναπτυχθείσα κατά τα πέντε πρώτα άσματα, εν Κεφαλληνία 1865.

17. Β. Αλφιέρη, Σαούλ. Πρόλογος και μετάφραση Γ. Καλοσγούρου. Εν Αθήναις, 1921.

18. Δάντη, Η Κόλασις. ΄Εμμετρος μετάφρασις και σχόλια Γ. Καλοσγούρου. Εν Αθήναις 1922.

19. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Η Τέχνη, 1 (1898) 167-171, 205-217, και δύο φορές αργότερα, σε ιδιαίτερους τόμους: Ούγου Φοσκόλου, Οι Τάφοι. Μετάφρασις Γ. Καλοσγούρου. Μετά βιογραφίας του ποιητού υπό Μ. Σιγούρου (Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη Φέξη), Αθήναι 1915, σσ. 65-111, και: Ούγου Φωσκόλου, Οι Τάφοι. Μετάφρασις Γ. Καλοσγούρου. Βιογραφικό σημείωμα Μαρίνου Σιγούρου. Σ. Μινώτου: Η ελληνική ψυχή του Φώσκολου. Εκδοτικός Οίκος “Ελευθερουδάκης” Α. Ε. Εν Αθήναις 1927, σσ. 137-148.

20. Δ. Σολωμού, Τα ιταλικά ποιήματα.. Πρόλογος και μετάφρασις Γ. Καλοσγούρου. Εν Αθήναις 1921. Η μετάφραση των ποιημάτων πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παναθήναια, Δ΄(1902).

21. Εφημ. Πολιτεία, 13 Φεβρ. 1921, όπως αναφέρεται από την Ειρήνη Δεντρινού, Η Κερκυραϊκή Σχολή, σ. 66.

22. Ούγου Φωσκόλου, Οι Τάφοι. Μετάφρασις Γ. Καλοσγούρου […] 1927, σ. 106.

23. “Επτανήσιοι μεταφρασταί των Τάφων του Φωσκόλου”, Πρακτικά Γ΄Πανιονίου Συνεδρίου, τόμ. Β΄, Αθήναι,

1969, σ. 218 (Ανάτυπο, σ. 21).

24. Γρ. Ξενόπουλου, “Στεφ. Μαρτζώκης”, Νέα Ζωή (Αλεξάνδρειας) Ζ΄ (1912) 508-511. Βλ. επίσης: Γερ. Σπαταλά, “Ο Στέφ. Μαρτζώκης και το έργο του”, Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου, 10 (1922) 184-228 και Δημοσθένη Ζαδέ, Στέφανος Μαρτζώκης (1970).

25. Τα έργα του Νίκου Κογεβίνα (Γλαύκου Πόντιου). Αθήνα, Τυπογραφείο “Εστία”, 1916.

26. Φ. Κ. Μπουμπουλίδη, Επτανησιακή λογοτεχνία. Τόμος Β΄. ΄Εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα, 1971, σ. 113.

27.΄Oσσιαν, Δοκίμιον μεταφράσεως. Οϊναμόρουλ, Οϊθόνα, υπό Α. Ν. Κεφαλληνού, 1880. Stamperia Reale di Torino di G. B. Paravia e Comp. Librai – Editori. Roma – Torino – Milano – Firenze.

28.΄Oσσιαν, Δοκίμιον μεταφράσεως. Τα τραγούδια της Σέλμας, υπό Α. Ν. Κεφαλληνού. Εν Κερκύρα. Τυπογρα-φείον η Ιονία, 1882.

29. Περιοδ. Κερκυραϊκή Ανθολογία, Α΄ (1915-16) 98.

30. Περιοδ. Εβδομάς, Α΄ (1884) 309.

31. Ο θάνατος του Ιγναδάτα, ποίημα Ινδικό. Μετάφρασις Α. Ν. Κεφαλληνού. Εν Αθήναις. Εκ του Τυπογραφείου της Εστίας, 1895. Για περισσότερες πληροφορίες για τον Κεφαλληνό, βλ. Νίκου Α. Βέη, Νέα Εστία, 15 Φεβρ. 1943 (αναδημοσίευση στα Κερκυραϊκά Χρονικά, 2 (1952) 47-50), και Ανδρέα Δούη, Κερκυραϊκά Χρονικά, 26 (1982) 200-219.

32. Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη. Αλεξάντρεια 1915.

33. Μ. Μαντουβάλου, Λορέντσος Μαβίλης. ΄Απαντα των Νεοελλήνων Κλασσικών. Τόμος 2ος. (Βλ. το πρωτότυπο ιταλικό κείμενο της επιστολής -με λανθασμένη τη σειρά των στίχων- στη σελ. 443). Η μετάφραση του αποσπάσματος της επιστολής του Μαβίλη είναι δική μου.

34. Αντ. Ιντιάνου, “Το μεταφραστικό έργο του Μαβίλη”, Κυπριακά Γράμματα, Α΄, αριθ. 4, Νοέμβριος 1934, 114.

35. Ο Οθέλλος. Ο Μαύρος της Βενετίας. Τραγωδία του Γουίλιαμ Σαίξπηρ. Μεταφρασμένη από τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη. Αθήνα 1915. Εκδότης Γεώργιος Ι. Βασιλείου. Βιβλιοπωλείο: οδός Σταδίου 42.

36. Η Τρικυμία (The Tempest). Τραγωδία του Γουλιάμου Σαίξπηρ. Μεταφρασμένη από τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη. 1914. ΄Εκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού Γράμματα.1916. Καταστήματα Κασιμάτη και Ιωνά ­ Αλεξάντρεια.

37. Σαίξπηρ (Shakespeare) Μάκβεθ. Τραγωδία. Μετάφρασις Κ. Θεοτόκη. Εισαγωγή W. Rolfe. Εκδοτικός Οίκος “Ελευθερουδάκης” Α. Ε. Εν Αθήναις 1923.

38. Θεατρική Βιβλιοθήκη. Γουίλλιαμ Σαίξπηρ, Ο Άμλετ. Τραγωδία σε πέντε πράξεις. Μεταφρασμένη από τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας της “Σχολής Μωραϊτη”. Αθήνα, 1977.

39. Φιλοσοφική και Κοινωνιολογική Βιβλιοθήκη Γ. Ι. Βασιλείου. Αριθ. 1. Βερτράνδου Ρώσσελ, πρώην Καθηγητού της Φιλοσοφίας εις το Πανεπιστήμιον του Καίμπριτζ, Μέλους της Βασιλικής Αγγλικής Εταιρείας των Επιστημών. Τα Προβλήματα της Φιλοσοφίας. Μετάφρασις Κωνστ. Μ. Θεοτόκη. Εκδοτικός Οίκος Γεωργίου Ι. Βασιλείου. Αθήναι 1923.

40. Βιβλιοθήκη “Εκλεκτά ΄Εργα”. Αριθ. 8. Γκαίτε, Ερμάννος και Δωροθέα. Μετάφρασις Κωνσταντίνου Θεοτόκη. Βιβλιοπωλείον Γεωργίου Ι. Βασιλείου. Αθήναι 1919.

41. Βιβλιοθήκη “Εκλεκτά ΄Εργα”. Αριθ. 88. Γουσταύου Φλωμπέρ, Η κυρία Μποβαρύ. Μετάφρασις Κωνστ. Θεοτόκη. Τόμος πρώτος. Εκδοτικός Οίκος Γεωργίου Ι. Βασιλείου. Αθήναι 1923. Τόμος Β΄ 1924. (Β΄ έκδοση 1982).

42. Τα Γεωργικά του Βεργιλίου. Μεταφρασμένα από τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη. Τυβίγγη. Τυπογραφείο του Ερρίκου Λάουππ, νεωτέρου. 1909.

43. Τίτου Λουκρητίου Κάρου, Περί Φύσεως (De rerum natura). Μετάφραση Κωνσταντίνου Θεοτόκη. “Κείμενα”. Αθήνα 1973.

44. Το δράμα που εσύνθεσε ο περίφημος Καλιδάσας, το ονομαζόμενο ο Αναγνωρισμός της Σακουντάλας. Κέρκυρα, Χρωμοτυπολιθογραφείο του Κωνστ. Γ. Ασπιώτη. 1908.

45. Νάλας και Νταμαγιάντη. Επεισόδιο του Μαχαμπχαράτα. Μεταφρασμένο από το Λορέντσο Μαβίλη και τον Κωνστ. Θεοτόκη. Εισαγωγή του Hermann Camillo Kellner (1885). Τυπογραφικά Καταστήματα Θ. Κασιμάτη και Κ. Ιωνά. Αλεξάντρεια 1914. (Β΄ έκδοση, Ελευθερουδάκη, 1928, Γ΄ έκδοση “Κείμενα” 1983). Για περισσότερες βιβλιογραφικές πληροφορίες, βλ. Γ. Κ. Κατσίμπαλη, Βιβλιογραφία Κωνστ. Θεοτόκη. Δεύτερη έκδοση. Αθήνα, Ιούλιος 1959, και Βασίλη Καλαμαρά, “Βιβλιογραφία Κωνσταντίνου Θεοτόκη”, περιοδ. Διαβάζω, 92 (1984) 42-48.

46. Περιοδ. Φιλότεχνος (Βόλου) Δ΄, Νοέμβρ.- Δεκέμβρ. 1926, και Επτανησιακή Πρωτοχρονιά, 1960, σ. 93.

47. Ειρήνης Δεντρινού, Η Κερκυραϊκή Σχολή, σ. 91.

48. Φώτου Πολίτη, Εκλογή από το έργο του. Β΄ τόμος. Αθήνα 1938, σ. 21.

49. Γιάννη Σιδέρη, “Ο Σαίξπηρ στην Ελλάδα”, Θέατρο, 14 (1964) 27.

50. Ιόνιος Ανθολογία, 25 (1938) 251-269 και Π. Γλέζου, “Κώστας Καιροφύλας”, Νέα Εστία, 18 (1961).

51. Ειρήνης Δεντρινού, Η Κερκυραϊκή Σχολή. Kέρκυρα, 1971.

52. Αλέξ. Αργυρίου, Εγκυκλ, Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, τόμ. 32, σσ. 113-114.

53. Φ. Κ. Μπουμπουλίδη, Μαρίνος Σιγούρος. Κριτική βιογραφία (1951).

54. Θ. Σ. Μακρή, Ποικίλες φωνές. Ποιήματα – Μεταφράσεις – Μελέτες. Κέρκυρα, 1990.

55. Εγκυκλ. Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, τόμ. 55, σ. 68.

56. Κ. Ε. Σολδάτου, Μνήμη Νικολάου Α. Λευθεριώτη, Αθήνα, 1963 και Κ. Δαφνή, Κερκυραϊκά Χρονικά, τόμος ΧΙ (1965) 153-157.

57. Δώδεκα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Εισαγωγικά σημειώματα – απόδοση: Αρσένη Γεροντικού. Γιάννινα, 1973.

58. Franηois Villon, Οι μπαλλάντες κι άλλα ποιήματα. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Σπύρος Σκιαδαρέσης. Δεύτερη έκδοση. Πλέθρον. Αθήνα, 1979. Βλ. επίσης: Γιάννης Γ. Παπαϊωάννου, Εγκυκλοπ.. Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, τόμ. 54, σ. 166.

59. Μ. Ι. Δεσύλλα, Ποίηση (1973), σ. 9. Βλ. και Ανθολογία Κερκυραίων Ποιητών. Οι μεταπολεμικοί (1944-1984). Εισαγωγή – Ανθολόγηση: Περικλής Παγκράτης. Αθήνα, 1985, σ. 13.

60. Δετζώρτζης, Who΄s Who, 1998.

61. “Ο λόρδος Νιούτζεντ στην Κέρκυρα”, Δελτίο Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας, 11 (1974) 95-143.

62. Εγκυκλ. Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, τόμ. 19, σ. 264.

63. ΄Οπ, παρ., τόμ. 20, σ. 97.

64. Όπ. παρ., τόμ. 35, σ. 234.

65. Λώρενς Ντάρρελ, Κέρκυρα (Η σπηλιά του Πρόσπερου). Μετάφραση: Πάνος Καραγιώργος. ΄Εκδοση Δήμου Κερκυραίων (1993).

66. Μπέογουλφ, αγγλοσαξονικό επικό ποίημα. Εισαγωγή – μετάφραση – σημειώσεις: Πάνος Καραγιώργος. Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη. Θεσσαλονίκη, 1996.

67. Περιοδ. Ελληνικά, 26 (1976) 117-133, Δελτίο Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας, 19 (1982) 49-78 και Πρακτικά Ε΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου. Αργοστόλι, 1991, σσ. 95-105.


Advertisements