ΙΑΤΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ

Η συγκεκριμένη αναδημοσίευση της εκτεταμένης έρευνας από το τ. «Ιατρικά Χρονικά», θα ολοκληρωθεί σε μέρη λόγω του όγκου της.

Μαρία Μάνδυλα – Κουσουνή, 16.03.2009

Μέρος 1

Εισαγωγή

[…] Για να κατανοήσουμε τον τρόπο άσκησης της Ιατρικής στα Επτάνησα αυτή την εποχή, πρέπει να κάνουμε μια σύνδεση με τα διαπραττόμενα στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και ειδικά πως διατηρήθηκε η βυζαντινή παιδεία, αφού αυτή θα γίνει η κινητήρια δύναμη και ο φωτεινός οδηγός των πρώτων πανεπιστημίων της Δύσης, τα οποία θα δώσουν και τους πρώτους επτανήσιους γιατρούς.
Στη σκοτεινή περίοδο των πρώτων χρόνων μετά την άλωση το υπόδουλο Γένος φαινόταν καταδικασμένο σε απομόνωση κάτω από ένα δυνάστη πολιτιστικά κατώτερο.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα οι περισσότεροι μορφωμένοι και λόγιοι Έλληνες του Βυζαντίου έφυγαν από την Πόλη και από τις άλλες ελληνικές περιοχές πριν και μετά την Άλωση και μετέφεραν στη Δύση, μαζί με τα χειρόγραφα των αρχαίων και των βυζαντινών συγγραφέων τη γνώση της κλασικής παιδείας και της Βυζαντινής γραμματείας και συνετέλεσαν έτσι στην πνευματική αναγέννηση της δυτικής Ευρώπης.
Σύμφωνα με τον Commines, ιστορικό των βασιλέων Λουδοβίκου ΙΑ’ και Καρόλου Η’, χωρίς την πτώση του βυζαντινού κράτους δεν θα ήταν δυνατό να συντελεστεί η αναγέννηση των γραμμάτων και της παιδείας γιατί “… οι σοφοί άνδρες της Ελλάδος κατέφυγαν δια την ασφάλειαν των προς τους ηγεμόνες της Ευρώπης, φέρνοντας μαζί τους όλους τους αρχαίους συγγραφείς, χωρίς τους οποίους καμία πρόοδος δεν είναι δυνατή” (2).
Σημαντική ακόμη υπήρξε η προσφορά των Ελλήνων λογίων της Δύσης και των Ελλήνων της διασποράς στη συγκέντρωση αρχαίων και μεσαιωνικών κειμένων την αντιγραφή τους και την έκδοση και διάδοση αυτών στη Δύση. Μ’ αυτό τον τρόπο έγιναν οι φορείς του ελληνικού πνεύματος και οι πρόδρομοι του κοσμοπολίτικου ιδεώδους. Χάρη σ΄ αυτούς στα Ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια σφυρηλατείται το ουμανιστικό πνεύμα, αφού η ελληνική γλώσσα στη Δύση στα μέσα του 15ου αιώνα κρίνεται ουσιαστικό μέρος “των ανθρωπιστικών σπουδών” (3) και η έννοια του “ουμανισμού” σημαίνει στροφή του ενδιαφέροντος προς τη μελέτη των αρχαίων συγγραφέων και την ανακάλυψη σπάνιων χειρογράφων.
Ανάμεσα σ’ αυτά και τα Βυζαντινά ιατρικά χειρόγραφα, συμπιλήματα της γνώσης και των επιτευγμάτων των μεγάλων γιατρών της αρχαιότητας, έχουν μεγάλη διάδοση.
Το τεράστιο πλήθος απ’ αυτά, που είχαν συγκεντώσει αξιόλογοι άνδρες του Βυζαντίου όπως ο Κωνσταντίνος ο Ζ’ ο πορφυρογέννητος, ο Φώτιος, ο Θεοφάνης Χρυσοβαλάντης (4) κ.ά., περνά μαζί με τους λόγιους στη Δύση και γίνονται ο συνδετικός κρίκος μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ένας συνδετικός ιστός που μεταλαμπαδεύει την αρχαία ελληνική παράδοση παράλληλα με τη βυζαντινή ιατρική πρακτική. Έτσι η Δύση για πολλούς αιώνες βάδιζε πάνω στ’ αχνάρια της βυζαντινής ιατρικής μέχρις ότου βαθμιαία να την εγκαταλείψει και να την ξεπεράσει σ’ ένα ορισμένο βαθμό.
Οι μεταφράσεις αυτών των χειρόγραφων στη λατινική και την ιταλική ήταν ο τρόπος με τον οποίο οι πρώτοι ουμανιστές, εμφορούμενοι από το πνεύμα του ανθρωπισμού, γίνονταν γνώστες των βυζαντινών ιατρικών επιτευγμάτων και μέσω αυτών της αρχαίας ελληνικής ιατρικής παράδοσης.
Εκτός από τους θησαυρούς αυτούς, που οι βυζαντινοί λόγιοι μετέφεραν στη Δύση και αντίστροφα, δυτικοί διπλωμάτες και λόγιοι πήγαιναν προς την Ανατολή για να αποκτήσουν τέτοια χειρόγραφα, τα οποία φύλασσαν στις βιβλιοθήκες της Δυτικής Ευρώπης. Ειδικά η Βενετία γίνεται μια “δεύτερη πατρίδα”, όπου πουλούν τα χειρόγραφα που μεταφέρουν από τα αστικά και μοναστηριακά κέντρα της Ελλάδος (3). Χάρη σ’ όλους αυτούς, στα πρώτα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια σφυρηλατείται το “ουμανιστικό” πνεύμα, προϊόν του οποίου είναι η δημιουργία των πρώτων φιλοσόφων – ιατρών, ανάμεσα στους οποίους και πολλοί Έλληνες, που επιστρέφουν στις περισσότερες ελληνικές πόλεις και αναπτύσσουν εκεί εξαιρετική κοινωνική και εθνική δράση. Αυτοί εκτός των άλλων έφεραν μαζί τους και γνώσεις βοτανικής από τους πρώτους τομείς ανάπτυξης στη Δύση.
Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, αν ληφθεί υπόψη ότι η θεραπευτική της εποχής στηρίζεται σε φάρμακα φυτικής προέλευσης. Όμως, πέρα από την επίδραση της Δύσης, η βυζαντινή ιατρική παράδοση εξακολουθεί να παίζει το βασικότερο ρόλο στην άσκηση της ιατρικής πράξης στον ελλαδικό χώρο από τον 15ο μέχρι τον 19ο αιώνα.
Ασθένειες: Όπως και στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο κυριαρχεί κι εδώ η πανώλη, η οποία εμφανίζεται υπό μορφή επιδημιών κατά τακτικά χρονικά διαστήματα. Οι Κερκυραίοι είχαν ένα μόνιμο φόβο τότε για την πανώλη και την αποκαλούσαν “θεία μάστιγα”. Αυτό διότι οι Βενετοί καθημερινά προσεύχονταν “a peste, famme et bello libera nos Domine…” (5).
Ο τρόμος απέναντι στη μέλλουσα ζωή, η συνείδηση της αμαρτίας και της τιμωρίας απαιτούν ένα κόστος προκειμένου να αποφευχθεί το μοιραίο και να εξαγοραστεί η εξάγνιση. Είναι μια μοιραία συνέπεια σε μία ιδεολογία, η οποία επικαλείται το φυσικό περιστατικό, σαν δοκιμασία και την ασθένεια, σαν τιμωρία (6).
Γενικά στα Επτάνησα συνέδεαν την πανώλη με διάφορες δεισιδαιμονίες, π.χ. με τη δράση των βρικολάκων. Αυτό, ίσως έχει σχέση με τη μη κανονική διαδικασία ταφής, αλλά με την ύπαρξη ομαδικών ταφών, που ήταν πολύ συνηθισμένο φαινόμενο στις εποχές των μεγάλων επιδημιών. Οι νεκροί θάβονταν “άψαλτοι σαν τους κύνες”, χωρίς λειτουργία, κινδυνεύοντας έτσι να βρικολακιάσουν. Η κοινωνία αντιδρούσε με την εκταφή των νεκρών και το κάψιμό τους . Ο φόβος του θανάτου είχε ως αποτέλεσμα να εμφανίζονται βρικόλακες στα όνειρα των θυμάτων, για να τα προειδοποιήσουν. Η αντίληψη ότι οι βρικόλακες αποτελούσαν αιτία επιδημίας είναι πολύ διαδεδομένη στις πηγές.
Από τις διάφορες πηγές φαίνεται ότι ο φόβος της πανώλης κάνει πολλές φορές να μη την θεωρούν καν υπεύθυνη για τους θανάτους που συμβαίνουν στην περιοχή.
Στα 1716, σε μία από τις επιδημίες της στα Επτάνησα, ο Πέτρος Φακιολάς, ο εφημέριος της εκκλησίας των Αγίων Πέτρου και Αρσενίου στην Κέρκυρα, στο βιβλίο που κατέγραφε τους θανάτους της ενορίας του σημειώνει: “3 Αυγούστου 1716 έθαψα διάφορα παιδιά αρσενικά και θηλικά και γυναίκες, τους οποίους δεν τους ενοτάρισα δια την καταδομήν του πολέμου, επειδή το μαζιστράτο εσηκώθη και δεν ήτο υποψία πανούκλας”.
Ο Φακιολάς εδώ εξηγεί γιατί δεν κατέγραψε τους μαζικούς θανάτους για το αίτιο των οποίων φαίνεται να αδιαφορεί, αλλά συγχρόνως αισθάνεται υποχρεωμένος να τονίσει ότι δεν ήταν πανώλη (5).
Γενικά τα Επτάνησα πλήττονταν από την επιδημία πανώλης τον 15ο αιώνα, αλλά στην Κέρκυρα μετά το 1670 αναφέρεται απουσία της πανώλης για εκατό σαράντα περίπου χρόνια. Κάποιες επιδημίες πανώλης στα Επτάνησα αυτή την εποχή είχαν σχέση με τις επιδημίες που εμφανίζονταν σε όλα τα Ιόνια Νησιά προέρχονταν κυρίως από την Ιταλία. Για την επιδημία, που έπληξε και την Κέρκυρα το 1629, είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που αντιμετωπίζονταν η πανώλη και ο τρόπος που προσδιορίζονταν τα αίτιά της. Εντοπίστηκαν το βράδυ των Χριστουγέννων τέσσερα κρούσματα πανώλης στην πόλη και οι υγειονομικές αρχές απεφάσισαν ότι η αρχή της επιδημίας εντοπιζόταν στο σπίτι του ευγενούς Οδηγητριανού Σαραντάρη. Η επιτροπή είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένας υπηρέτης από το σπίτι αυτό χάρισε στη γυναίκα του οικοδεσπότη τούρκικα μάλλινα μαντήλια, που είχε πάρει από ξένο πλοίο, το οποίο δεν είχε ελεγχθεί από τους υγειονομικούς αυστηρά. Στη συνέχεια, η γυναίκα του Σαραντάρη έδωσε τα μαντίλια στην κόρη της, η οποία τα φύλαξε σε κάποιο μπαούλο και στη συνέχεια πέθανε. Το μόλυσμα μεταδόθηκε σε όσους συγγενείς και φίλους πήγαν να συλλυπηθούν την οικογένεια.
Ο άρχοντας αντιμετωπίστηκε σκληρά από τις αρχές, επειδή θεωρήθηκε υπεύθυνος για το κακό, εκτοπίστηκε αμέσως στο λοιμοκαθαρτήριο και στις 31 Δεκεμβρίου 1629 εκτελέστηκε χωρίς άλλη διαδικασία και το πτώμα του κάηκε. Ο Κερκυραίος ιστορικός του 17ου αιώνα Ιωάν. Μάρμορας απέδωσε αυτή την αντιμετώπιση σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών.
Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι το καράβι που μετέφερε τα μαντήλια δεν είχε κανένα θύμα και ο υπηρέτης, που μετέφερε το μόλυσμα, δεν έπαθε τίποτα. Προφανώς δεν υπήρξε αυτή η αιτία της μετάδοσης της νόσου, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε μόνο 60 θύματα. Φαίνεται λοιπόν ότι κάποιες φορές οι πηγές μπορεί να είναι παραπλανητικές ως προς τα αίτια, όπως συμβαίνει εδώ που προφανώς έδρασαν και άλλοι παράγοντες, όπως π.χ. τα μολυσμένα τρωκτικά. Πιθανόν στην ίδια επιδημία του τέλους του 1629 και των αρχών του 1630 αναφέρεται και ο Sterfanos λέγοντας ότι έγινε το 1627 και το 1628 και είχε προέλευση τη Βενετία ή την Αλβανία (5). Πρόκειται για ένα από τα τελευταία περιστατικά προσβολής από πανώλη των Ιονίων Νήσων, αλλά και όλης της ελληνικής χερσονήσου, από τη Δύση, (στην περίπτωση βέβαια που πράγματι η προέλευσή της ήταν η Ιταλία). Το 1743 η πανώλη μεταφέρεται στη Λευκάδα από το Ζάχο Ρογγέντο μετά από την επιδημία στη Μεσσήνη και τη Νότιο Ιταλία (5). Αυτή είναι η τελευταία φορά που η προσβολή προέρχεται από τη Δύση. Το 1742, 1759, 1760 πλήττεται και η Κεφαλονιά.
Από το δεύτερο ήμισυ του 16ου αιώνα θα κάνουν την εμφάνισή τους οι επιδημίες της ευλογίας, αλλά γι’ αυτές μόνο από το 17ο αιώνα θα μας δώσει πληροφορίες μία ελληνική πηγή, το “χρονικόν του Πασυνοδινού”. Ρητά αναφέρεται η ευλογιά στη Ζάκυνθο το 1566, 1580, 1582.
Οι δυο αρρώστιες, πανώλη και ευλογιά, πάντα συνυπήρχαν, όμως ο φόβος της πανώλης επισκίαζε όλες τις άλλες. [Συνεχίζεται]

……………………………….

Βιβλιογραφία
1. Α. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ, “Μεταναστευτικές κινήσεις Ελληνικών πληθυσμών ως συνέπεια του πολέμου της Κρήτης”, Ιστορία του ελληνικού έθνους, ο ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία (περίοδος 1453-1669), Τουρκοκρατία, Λατινοκρατία, τόμος Ι’ (1974), σ. 351-354.
2. Α. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ, “Έλληνες λόγιοι στη Δύση και η συμβολή τους στη αναγέννηση των γραμμάτων”, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. Ι’ σ. 356.
3. Γ. ΖΩΡΑΣ, “Ελληνική γλώσσα, διδασκαλία, Ακαδημίες, εκπαίδευση”. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. Ι’ σ. 362-365.
4. ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ – ΑΡΒΕΛΕΡ, ΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ, ARMIN HOHLNEG, ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ ΤΣΕΛΙΚΑΣ, Επιμελητής έκδοσης ΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ, Ιατρικά Βυζαντινά χειρόγραφα, Αθήνα 1995, σ.28.
5. Κ. Π. ΚΩΣΤΗΣ, Στον καιρό της πανώλης, εικόνες από τις κοινωνίες της Ελληνικής χερσονήσου, 14ος-19ος αιώνας, Ηράκλειο, 1995, σ. 255, 79, 360, 154, 332.

Advertisements